06/04/2020

Midsommar: αναζητώντας τη χαμένη (spi)rituality

(για οικονομία χρόνου, θα αποφύγω τις πολλές περιεχομενικές λεπτομέρειες της ταινίας) 

Το midsommar, υποθέτω για λόγους marketing, (αυτό)συστήθηκε ως horror movie. Στη βασική αφίσα της ταινίας βλέπουμε την εξαιρετική Florence Pugh με το πανέμορφο λουλουδένιο στεφάνι της να κλαίει σε κατάσταση ψυχικής έντασης (τρόμου, θλίψης, απόγνωσης;). Το τρέιλερ της ταινίας είναι εξίσου κρυπτικό. 

Ηχητικά, έχει ντυθεί με ένα μονότονο και εντελώς δυσοίωνο μουσικό χαλί (βιολιά μάλλον, θα σας γελάσω, δεν ξέρω από βιολιά). Περιεχομενικά, στην αρχή, βλέπουμε τη βασική συνθήκη των βασικών χαρακτήρων πριν ταξιδέψουν στη Σουηδία. Στη συνέχεια, το μοντάζ των σκηνών που επιλέγονται από τη ζωή και τους χαρακτήρες των κατοίκων του κοινοβίου αναδύει μια έντονη αίσθηση αλλόκοτου. Ο θεατής βλέπει ένα κοινόβιο απορρυθμισμένων (γεια σας δάσκαλε!), απόκοσμων, τρομακτικών, λευκοντυμένων ημιπαραφρόνων. Συνολικά, ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας εισάγει στον εξαιρετικά λεπτοφυή κόσμο που έχει φτιάξει, δημιουργώντας μια πυρηνική παρεξήγηση. Από πρόθεση (μάλλον), δημιουργείται στον θεατή η εντύπωση ότι στο σουηδικό κοινόβιο κυριαρχεί η τρέλα. Πόσο “τρελή” είναι όμως αυτή η κοινότητα; 

Ξανά, για οικονομία χρόνου, να πω ότι θα ασχοληθώ με δύο μόνο βασικά θέματα που συζητά η ταινία. Την spirituality και την rituality, όπου rituality, τελετουργία και ιεροτελεστία. Θα ήταν πρακτικά αδύνατο να αναπτύξω όλες τις πτυχές αυτής της πανέμορφης, λεπτής, διεισδυτικής, σαρωτικά φιλοσοφικής και φιλοσοφημένης δημιουργίας. Πρόκειται για μία από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις που ο καλλιτέχνης καταφέρνει να καταπιαστεί με μια σειρά από εξαιρετικά δύσκολα θέματα, παραμένοντας προσηλωμένος στο καλλιτεχνικό του όραμα, χτίζοντας με συνέπεια τους χαρακτήρες του, αποτυπώνοντας εικόνες σαρωτικής και συγκλονιστικής ομορφιάς αναπτύσσοντας με προσοχή, λεπτότητα και ψυχραιμία πολύ δύσκολα ανθρωπολογικά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά, ψυχαναλυτικά, κοινωνιολογικά θέματα. 

Πρέπει να αναγνωρίζουμε την ομορφιά και τον ψυχικό και πνευματικό πλούτο του καλλιτέχνη όταν καταφέρνει να μας προσφέρει ένα τόσο πλήρες, γλυκό και διεγερτικό δημιούργημα. 

Οι 4-5 (δεν θυμάμαι τον ακριβή αριθμό) δυτικοί πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες βρίσκονται στα πρώτα χρόνια των τουέντιζ τους και προσπαθούν να βρουν (το) νόημα. Σπουδάζουν χιουμάνιτιζ, είναι μπερδεμένοι, βιώνουν τις αγωνίες των ανθρώπων της ηλικίας τους. Η πρωταγωνίστρια χάνει στην αρχή της ταινίας τους γονείς και την (καταθλιπτική) αδερφή της. Η τελευταία αυτοκτονεί παίρνοντας μαζί της τους δύο γονείς της που κοιμούνται στο συζυγικό κρεβάτι. Προσπαθώντας να αναρρώσει ακολουθεί την παρέα του μπόιφρέντ της σε ένα ταξίδι στη Σουηδία, στον κοινοβιακό τόπο καταγωγής ενός εκ των φίλων του. Εκεί μπαίνουν σε ένα μη δυτικό σύμπαν που μοιάζει (παρά)ξενο και ακατανόητο, είναι, όμως, στην πραγματικότητα, τόσο έμπλεο νοήματος (νοημάτων). Οι πρωταγωνιστές μας βρίσκονται σε έναν παράδεισο που εξελίσσεται σε κόλαση για τα δυτικά πνεύματά τους. Έναν παράδεισο πνευματικότητας και ιεροτελεστιών. 

Είναι ένας παράδεισος που έχει χαθεί για τον δυτικό άνθρωπο. Προφανώς, πολλά μπορούν να ειπωθούν για τη φιλοσοφία – τις φιλοσοφίες αυτής της κοινότητας, τις ακραίες (;) επιλογές της, την επιλογή της αυτοκτονίαςστα 72 χρόνια πριν το πνεύμα και το σώμα παρακμάσει, την ανθρωποθυσία που είναι ένα δώρο στη μητέρα φύση που καταβροχθίζει και γεννά, την ριτσουαλιστική σεξουαλική πράξη υπό τη συνοδεία, την παρακολούθηση και τη μεθεξιακή συμμετοχή των υπόλοιπων γυναικών της φυλής. Και πολλές φορές αυτός ο παράδεισος είναι και κόλαση, αλλά, η διαφορά έγκειται στο ότι αυτή η κοινότητα δεν φοβάται την κόλαση, την καλωσορίζει σαν ένα απαραίτητο κομμάτι της ύπαρξης, τη γεύεται, τη μυρίζει, της δίνει χώρο, συμβιώνει μαζί της και τελικά την εξορκίζει. Αποδέχεται την εγγενή φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης, τιμά ριτσουαλιστικά τους προγόνους της, απολλωνιάζεται και διονυσιάζεται, κινείται με άνεση μεταξύ φωτός και σκότους, πίνει μαγικά φίλτρα για να έρθει σε κατάσταση έκστασης, χορεύει φορώντας λουλουδένια στεφάνια για να υποδεχτεί το καλοκαίρι (την άνοιξη;), δηλαδή το φως, την (ανα)γέννηση, συντηρεί έναν λατρευτικό τόπο, το ιερό δέντρο της φυλής το οποίο “ποτίζει” σε κάθε καινούργιο θάνατο με τις στάχτες του άρτι πεθαμένου μέλους της κοινότητας, είναι έντονα πνευματική και ταυτόχρονα έντονα σωματική, γνωρίζει πώς το μέτρο είναι απαραίτητο αλλά και η υπέρβασή του, γνωρίζει ότι η τάξη είναι απαραίτητη αλλά και το χάος. 

Τελικά, μόνο η πρωταγωνίστρια καταφέρνει να επιβιώσει, οι υπόλοιποι -άντρες- χαρακτήρες μάς αφήνουν έχοντας προσβάλει ή παραβιάσει την εμπιστοσύνη της κοινότητας που τους υποδέχθηκε. Τελικά μέσα σε αυτό το αλλόκοτο σύμπαν γεννιέται ένα κάποιο νόημα. Τελικά, ο σκηνοθέτης ρωτάει, μπορούμε να σκεφτούμε καινούριους τρόπους (που είναι παλιοί) να δημιουργήσουμε νόημα, να προσαρμόσουμε στο δικό μας δυτικό πνεύμα κάποια κομμάτια από το πνεύμα (αυτής) της φυλής; Να ανανεώσουμε τη spirituality μας μέσα από τη χαμένη rituality;