07/04/2020

75 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, διαβάζουμε «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα»

Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε πάνω από 40 γλώσσες κι έχει πουλήσει πολύ περισσότερα από εφτά εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Αριάδνης Μοσχονά.

Εδώ διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο 10: «Η τελεία που έγινε κουκκίδα, που έγινε κηλίδα, που έγινε μορφή, που έγινε αγόρι»

Το περπάτημα κατά μήκος του φράχτη πήρε στον Μπρούνο πολύ περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι περίμενε· ο φράχτης έμοιαζε να εκτείνεται για πολλά χιλιόμετρα. Περπατούσε και περπατούσε, κι έπειτα κοίταξε πίσω και το σπίτι στο οποίο έμενε γινόταν όλο και μικρότερο, ώσπου εξαφανίστηκε εντελώς.

Όλη αυτή την ώρα δεν είδε κανένα κοντά στο φράχτη· ούτε και βρήκε καμιά είσοδο, και είχε αρχίσει να απελπίζεται και να πιστεύει πως η εξερεύνησή του θα ήταν εντελώς άκαρπη.

Μάλιστα, παρότι ο φράχτης έφτανε πέρα απ’ όσο μπορούσε να δει, είχε αφήσει πίσω του τις καλύβες, και τα κτίρια, και τα φουγάρα, κι ο φράχτης τον χώριζε μόνο από ακάλυπτο χώρο.
Έχοντας περπατήσει καμιά ώρα και έχοντας αρχίσει να πεινάει, σκέφτηκε πως ίσως είχε εξερευνήσει αρκετά για μια μέρα και θα ήταν καλή ιδέα να γυρίσει πίσω. Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκε στο βάθος μια τελίτσα και ο Μπρούνο μισόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να διακρίνει τι ήταν. Θυμήθηκε ένα βιβλίο που είχε διαβάσει για κάποιον που είχε χαθεί στην έρημο και επειδή δεν είχε ούτε να φάει ούτε να πιει αρκετές μέρες, είχε αρχίσει να φαντάζεται πως έβλεπε ωραία εστιατόρια και τεράστιες πηγές, όταν όμως προσπαθούσε να φάει και να πιει, αυτά γίνονταν καπνός, ή μάλλον άμμος. Αναρωτήθηκε μήπως αυτό συνέβαινε τώρα και στον ίδιο.
Καθώς όμως τα σκεφτόταν αυτά, τα βήματά του τον έφερναν όλο και πιο κοντά στην τελεία, που στο μεταξύ είχε γίνει κουκκίδα, κι έπειτα άρχιζε να δείχνει σημάδια πως γίνεται κηλίδα. Και λίγο αργότερα η κηλίδα έγινε μορφή. Και έπειτα, καθώς ο Μπρούνο πλησίαζε, είδε πως δεν ήταν ούτε τελεία, ούτε κουκκίδα, ούτε κηλίδα, ούτε μορφή, αλλά άνθρωπος. Και μάλιστα αγόρι.
Ο Μπρούνο είχε διαβάσει αρκετά βιβλία με εξερευνητές, για να ξέρει πως ποτέ κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το τι θα ανακάλυπτε. Τις περισσότερες φορές έπεφτε πάνω σε κάτι ενδιαφέρον που απλώς βρισκόταν εκεί, στη θέση του, κι έκανε τη δουλειά του, περιμένοντας να το ανακαλύψουν (όπως ήταν για παράδειγμα η Αμερική). Άλλες φορές πάλι ανακάλυπτε κάτι που θα ήταν καλύτερο να μην είχε ανακαλυφθεί (όπως για παράδειγμα ένα ψόφιο ποντίκι στο βάθος του ντουλαπιού).

Το αγόρι ανήκε στην πρώτη κατηγορία. Καθόταν εκεί κάνοντας τη δουλειά του, περιμένοντας να το ανακαλύψουν. Ο Μπρούνο έκοψε ταχύτητα όταν είδε την τελεία που έγινε κουκκίδα, που έγινε κηλίδα, που έγινε μορφή, που έγινε αγόρι. Παρότι τους χώριζε ένας φράχτης, ήξερε πως έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός όταν συναντούσε ξένους και πως έπρεπε να τους πλησιάζει με κάθε προφύλαξη. Συνέχισε λοιπόν να περπατάει αργά και σε λίγο βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο.

«Γεια», είπε ο Μπρούνο.

«Γεια», είπε το αγόρι.

Το αγόρι ήταν μικρότερο από τον Μπρούνο και καθόταν στο έδαφος με θλιμμένο ύφος. Φορούσε την ίδια ριγέ πιτζάμα με όλους τους υπόλοιπους κι ένα ριγέ σκουφάκι στο κεφάλι του. Δε φορούσε παπούτσια και κάλτσες και τα πόδια του ήταν αρκετά βρόμικα. Στο μπράτσο του είχε περασμένο ένα περιβραχιόνιο με ένα αστέρι.

Όταν ο Μπρούνο πλησίασε το αγόρι, εκείνο καθόταν σταυροπόδι στο έδαφος και κοιτούσε κάτω. Όμως λίγο αργότερα σήκωσε το κεφάλι του και ο Μπρούνο είδε το πρόσωπό του. Είχε παράξενο πρόσωπο. Το δέρμα του ήταν σχεδόν γκρίζο, αλλά ένα γκρίζο που ο Μπρούνο δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Είχε τεράστια μάτια στο χρώμα της καραμέλας· το άσπρο τους ήταν πολύ άσπρο, κι όταν το αγόρι τον κοίταξε, ο Μπρούνο είδε μόνο δυο τεράστια λυπημένα μάτια να τον κοιτάζουν.

Ο Μπρούνο ήταν σίγουρος πως δεν είχε ξαναδεί τόσο κοκαλιάρικο και τόσο θλιμμένο αγόρι στη ζωή του, αλλά αποφάσισε πως έπρεπε να του μιλήσει.

«Κάνω εξερεύνηση», είπε.

«Α, ναι;» είπε το αγόρι.

«Ναι. Σχεδόν δύο ώρες τώρα».

Αυτό δεν ήταν απόλυτα ακριβές. Ο Μπρούνο είχε ξεκινήσει εδώ και κάτι παραπάνω από μία ώρα, αλλά σκέφτηκε πως δεν ήταν και τόσο κακό να υπερβάλει λίγο. Δεν ήταν το ίδιο με το να πει ψέματα και τον έκανε να μοιάζει πιο ριψοκίνδυνος.

«Βρήκες τίποτα;» ρώτησε το αγόρι.

«Τίποτα σπουδαίο».

«Τίποτα απολύτως;»

«Να, βρήκα εσένα», είπε μετά από λίγο ο Μπρούνο.

Κοίταξε το αγόρι και σκέφτηκε να το ρωτήσει γιατί φαινόταν τόσο θλιμμένο, αλλά δίστασε γιατί σκέφτηκε πως μπορεί να ακουγόταν αγενές. Ήξερε πως καμιά φορά αυτοί που είναι θλιμμένοι δε θέλουν να τους ρωτάνε γιατί· καμιά φορά το λένε από μόνοι τους, καμιά φορά πάλι αρχίζουν να μιλάνε γι’ αυτό και δε σταματάνε με τίποτα, στην παρούσα περίπτωση όμως ο Μπρούνο σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να περιμένει πριν πει κάτι. Είχε ανακαλύψει κάτι στην εξερεύνησή του και τώρα που επιτέλους μιλούσε με κάποιον από την άλλη πλευρά του φράχτη, του φάνηκε καλή ιδέα να εκμεταλλευθεί στο έπακρο την ευκαιρία.

Κάθισε στο έδαφος απ’ τη δική του πλευρά του φράχτη σταυροπόδι, όπως το αγόρι, και ευχήθηκε να είχε φέρει μαζί του λίγη σοκολάτα ή κάποιο γλυκό που θα μπορούσαν να μοιραστούν.

«Εγώ μένω στο σπίτι σ’ αυτή την πλευρά του φράχτη», είπε ο Μπρούνο.

«Α, ναι; Είχα δει μια φορά το σπίτι από μακριά, αλλά εσένα δε σε είδα».

«Το δωμάτιό μου είναι στον πρώτο όροφο», είπε ο Μπρούνο. «Από κει βλέπω πίσω απ’ το φράχτη. Με λένε Μπρούνο».

«Εμένα με λένε Σμούελ», είπε το αγόρι.

Ο Μπρούνο συνοφρυώθηκε γιατί δεν ήταν σίγουρος αν είχε ακούσει καλά.

«Πώς είπες ότι σε λένε;» ρώτησε.

«Σμούελ», είπε το αγόρι σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. «Εσένα πώς είπες ότι σε λένε;»

«Μπρούνο», είπε ο Μπρούνο.

«Δεν το ’χω ξανακούσει αυτό το όνομα», είπε ο Σμούελ.

«Κι εγώ δεν έχω ξανακούσει το δικό σου», είπε ο Μπρούνο.

«Σμούελ». Το σκέφτηκε. «Σμούελ», επανέλαβε. «Μ’ αρέσει ο ήχος του. Σμούελ. Είναι σαν το φύσημα του αέρα».

«Μπρούνο», είπε ο Σμούελ κουνώντας χαρωπά το κεφάλι του. «Ναι, κι εγώ νομίζω πως μου αρέσει το όνομά σου. Μου φέρνει στο νου κάποιον που τρίβει τα χέρια του για να ζεσταθεί».

«Δεν έχω γνωρίσει ξανά κάποιον που να τον λένε Σμούελ », είπε ο Μπρούνο.

«Υπάρχουν δεκάδες Σμούελ απ’ αυτή την πλευρά του φράχτη», είπε το αγόρι. «Μπορεί και εκατοντάδες. Μακάρι να είχα ένα μοναδικό όνομα».

«Δεν έχω γνωρίσει και κανέναν που να λέγεται Μπρούνο», είπε ο Μπρούνο. «Εκτός από μένα βέβαια. Μπορεί και να είμαι ο μοναδικός».

«Τότε είσαι τυχερός», είπε ο Σμούελ.

«Μάλλον είμαι. Πόσων χρόνων είσαι;» ρώτησε.

Ο Σμούελ το σκέφτηκε, κοίταξε τα δάχτυλά του και τα άνοιγε ένα ένα σαν να προσπαθούσε να υπολογίσει.

«Εννιά», είπε. «Γεννήθηκα στις δεκαπέντε Απριλίου του χίλια εννιακόσια τριάντα τέσσερα».

Ο Μπρούνο τον κοίταξε κατάπληκτος.

«Τι είπες;» ρώτησε.

«Είπα πως γεννήθηκα στις δεκαπέντε Απριλίου του χίλια

εννιακόσια τριάντα τέσσερα».

Ο Μπρούνο έμεινε με τα μάτια ορθάνοιχτα και το στόμα του να σχηματίζει ένα μεγάλο όμικρον.

«Δεν το πιστεύω», είπε.

«Γιατί;» ρώτησε ο Σμούελ.

«Όχι», είπε ο Μπρούνο κουνώντας γρήγορα το κεφάλι του. «Δεν εννοώ πως δεν πιστεύω εσένα. Εννοώ πως εκπλήσσομαι.

Γιατί κι εγώ γεννήθηκα στις δεκαπέντε Απριλίου. Κι εγώ του χίλια εννιακόσια τριάντα τέσσερα. Είμαστε γεννημένοι την ίδια μέρα».

Ο Σμούελ το σκέφτηκε.

«Άρα είσαι κι εσύ εννιά χρόνων», είπε.

«Ναι. Παράξενο δεν είναι;»

«Πολύ παράξενο», είπε ο Σμούελ. «Γιατί μπορεί να υπάρχουν δεκάδες Σμούελ απ’ αυτή την πλευρά του φράχτη, αλλά δε νομίζω να έχω ξανασυναντήσει κάποιον γεννημένο την ίδια μέρα μ’ εμένα».

«Είμαστε σαν δίδυμα», είπε ο Μπρούνο.

«Κάπως», συμφώνησε ο Σμούελ.                        

Ο Μπρούνο ένιωσε ξαφνικά πολύ χαρούμενος.

 

Το βιβλίο μέσα από το βλέμμα του 9χρονου Μπρούνο προσπαθεί να εμφανίσει τον πόλεμο και τη φρικαλεότητα του και ιδιαίτερα την ιστορία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων υπό το πρίσμα της αθωότητας ενός παιδιού που καταφέρνει να πλησιάσει το συρματόπλεγμα, δεν φοβάται το «αντίθετο», απέναντι βλέπει μόνο ένα παιδί, ένα παιδί με ριγέ πιτζάμα με το οποίο γίνονται φίλοι. Φίλοι όπως ξέρουν να γίνονται μόνο τα παιδιά, που δεν γνωρίζουν από σύνορα, πολιτική, θρησκεία, εθνότητες.

Ένα παιδί που αναγκάζεται να αφήσει τη ζωή και το σπίτι του στο Βερολίνο για να ακολουθήσει τον στρατιωτικό πατέρα και την οικογένειά του στο μέρος που δεν μπορεί να προφέρει σωστά και που το ίδιο το αποκαλεί Ουστ-Βιτς. Θα συναντήσει ένα άλλο παιδί που επίσης αναγκάστηκε να αφήσει το σπίτι του, τη ζωή του, να μπει σε ένα τρένο χωρίς πόρτες, να φτάσει σε ένα μέρος που θα φοράει αυτό που ο νέος του φίλος θεωρεί πιτζάμα.

Πόσο ίδια και πόσο διαφορετικά είναι δύο αγόρια που γεννήθηκαν την ίδια μέρα, αλλά σε άλλη χώρα. Πώς θα βρουν τρόπο να βρουν κοινό κώδικα επαφής και επικοινωνίας;

Εστιάζουμε στις διαφορές ενώ θα έπρεπε να μην ξεχνάμε τις ομοιότητες.

Ένα συγκλονιστικό βιβλίο – γιατί η ιστορία και η μνήμη εξακολουθεί να είναι ουσιαστικό κομμάτι για αυτό που θέλουμε να ονομάζουμε «άνθρωπος».

Περισσότερα για το βιβλίο: psichogios.gr