25/05/2020

Όταν οι φυλακισμένοι εκφράζονται γραπτώς

Η Ποίηση προσφέρεται όχι απλώς ως ψυχαγωγία σε κάθε περίπτωση αλλά και ως τρόπος έκφρασης του εσωτερικού κόσμου που με όχημα είτε την ανάγνωση είτε την συγγραφή εκτονώνει και ανακουφίζει από ότι μας βασανίζει και μας παιδεύει, προσφέροντας διέξοδο λυτρωτική και μετασχηματική.

Η φυλακή ως πρωτίστως τόπος όπου οι κρατούμενοι εκτίουν την ποινή τους, έχει δευτερευόντως να τους προσφέρει δικαιωματικά και κάποιες διεξόδους πνευματικές, όπου μπορούν να διαχειριστούν τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους, καταθέτοντας τες πάνω στο χαρτί (Έχω βρει έναν νέο τρόπο να απελευθερώνομαι. Ξεσπάω στο χαρτί. Όταν κρατάω το μολύβι και γράφω νιώθω σαν να τα έχω όλα).

Εδώ και 14 χρόνια στις Φυλακές Διαβατών λειτουργεί το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, στο οποίο έχω κάνει ένα Σεμινάριο Ποίησης και κρατώ άριστες εντυπώσεις. Τα τελευταία 7 χρόνια κάποιοι κρατούμενοι/ες παρακολούθησαν το Τμήμα Δημιουργικής Γραφής που διοργανώνεται από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και αισίως τον Δεκέμβρη 2019 εξέδωσαν την 5η ποιητική τους συλλογή με τον τίτλο «Συναισθηματικές Αποχρώσεις».

Στο βιβλίο αποτυπώνονται με μοναδικό τρόπο προσευχές (Αγαπητέ Θεέ, το έχω μετανιώσει), απολογισμοί ζωής (Κανένας δεν με βοήθησε στο ταξίδι της ζωής μου), παράπονα (Μου λείπει το χριστουγεννιάτικο δέντρο), αντιλήψεις για τον έρωτα (Συνεχίζω και περπατώ σκεπτόμενος τι με γέμιζε και τι σημαίνει πραγματικά ευτυχία για μένα και καταλήγω στον έρωτα που χάθηκε νωρίς, χωρίς να τον χορτάσω), η στέρηση της ελευθερίας (Μου λείπουν σχεδόν τα πάντα αυτήν την στιγμή που γράφω. Όμως πάνω από όλα θα βάλω την ελευθερία μου), η οικογένεια (Θέλω να είμαι δίπλα στα παιδιά μου, να τα βλέπω χαρούμενα και να τα πηγαίνω βόλτες στον παιδότοπο), φόβοι (Φοβάμαι πως δεν μπορώ να δω στον διπλανό μου την αγάπη), όνειρα (Θέλω να φύγω από εδώ. Να κάνω πολλά) και φυσικά σε όλο του το μεγαλείο το σκληρό πρόσωπο του εγκλεισμού (Να μην βλέπω άλλο τοίχους, σίδερα, κλειστές σιδερένιες πόρτες). Ξεφυλλίζοντάς το, λειτούργησε η ενσυναίσθηση και για λίγο έμπαινα στη θέση του/της γράφουσας, καθώς η πορεία τους ήταν κάτι σαν σκωτσέζικο ντους. Τη μια στιγμή πετούσα μαζί τους σαν πουλί (Θα ήθελα να είχα φτερά έστω για μια φορά) και την άλλη άκουγα τις πόρτες να κλειδαμπαρώνουν (Να ακούω κουδούνια, κλείδωμα, ξεκλείδωμα).

Η γραφή τους, γεμάτη βαρύ συναίσθημα και αγιάτρευτο πόνο, βάζει χρώματα προσπαθώντας έτσι να αντλήσουν κουράγιο, υπομονή και αισιοδοξία ώστε να αντέξουν τα δεινά του εγκλεισμού και της ιδρυματοποίησης. Η ευτυχία είναι «Να ξαπλώνεις το βράδυ να δεις το φεγγάρι, να χαζεύεις τα αστέρια». Ο χρόνος που εκεί μέσα κυλάει διαφορετικά αφού «Η ώρα δεν περνάει, λες και φράκαραν οι δείκτες του ρολογιού». Αλλά και η καθημερινότητα που δεν διαφέρει από εμάς των υπολοίπων, δοσμένη στο ποίημα Γκρίζο Πρωινό

Βαριέμαι.

Έχω σκατά ψυχολογία.

Δεν μου αρέσει τίποτα. (…)

Μέσα από τα έργα τους διαφαίνεται η ζωή που διακόπηκε εξαιτίας της παρανομίας και του αδικήματός τους. Η ζωή τους που συνεχίζεται στη φυλακή και που δεν έχει καμία σχέση με το πριν, καθώς η ρουτίνα τους απομακρύνει από όλους και όλα, σαν μια φωτογραφία που πήρε φως και η στιγμή δεν ξαναγυρίζει (Από την ώρα που μπήκα φυλακή έσβησαν όλα τα φώτα της ζωής μου).

Η γλώσσα πηγαία περιγράφει με απόλυτη ωμότητα καταστάσεις αφτιασίδωτες και άχαρες (Δεν περιμένω εκπλήξεις στον σάπιο κόσμο που ακροβατώ σαν λυσσασμένος κλόουν). Είναι άραγε το περιβάλλον που τους ωθεί να ζουν σε εσωτερικές θερμοκρασίες κόλασης ή οι ίδιοι που πιστεύουν ότι δεν έχουν από πού να κρατηθούν, ζώντας μια μη αναστρέψιμη κατάσταση; Ας μην ξεχνάμε ότι σε ένα τέτοιο μέρος και το παραμικρό γεγονός διογκώνεται ενώ τα συναισθήματα υπερμεγενθύνονται και προσλαμβάνουν διαφορετική χροιά όταν εκφράζονται. Το μίσος, ο θυμός (Ο θυμός λέει σταμάτα. Το μίσος λέει προχώρα) και η εκδίκηση (Ήθελα μάλιστα τον ανακριτή που με προφυλάκισε να τον ακρωτηριάσω, ότι άκρο υπάρχει, και να του ετοιμάσω το δρόμο για την κόλαση).

Μέσα σε αυτή την ποιητική συλλογή οι δημιουργοί μας ανοίγουν την πόρτα ορθάνοιχτα και μας προσκαλούν να επισκεφθούμε τη ζωή τους όπως ήταν πριν, όπως είναι τώρα και όπως θα μπορούσε να είναι μετά. Η κοινωνία οφείλει να δεχτεί ξανά στους κόλπους της όλα αυτά τα άτομα που κάποια μέρα με το αποφυλακιστήριο στο χέρι θα ζητήσουν την λεγόμενη «Δεύτερη ευκαιρία» για να επανενταχθούν και να επιστρέψουν στην ομαλότητα της καθημερινότητας. Εν κατακλείδι, αφού εκείνοι εκπαιδεύονται και ετοιμάζονται να ενσωματωθούν στον κόσμο, τότε και αυτός με τη σειρά του οφείλει να τους καλωσορίσει και να τους βοηθήσει.