24/01/2020

Το παιχνίδι μάς φέρνει στο ίδιο μήκος κύματος με το μωρό, λέει η επιστήμη

Αν έχετε αισθανθεί κι εσείς όταν παίζετε με το μωρό σας μια σύνδεση ή μια επικοινωνία παρόλο που δεν μπορεί να σας μιλήσει είναι γιατί όντως βρίσκεστε εκείνη την ώρα στο ίδιο μήκος κύματος. Μια ομάδα ερευνητών του Πρίνστον διεξήγαγε μια πρώτη μελέτη σχετικά με το πώς οι εγκέφαλοι του μωρού και των ενηλίκων αλληλεπιδρούν κατά τη διάρκεια του φυσικού παιχνιδιού και βρήκαν μετρήσιμες ομοιότητες στη νευρική τους δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, η δραστηριότητα του εγκεφάλου του μωρού και του ενήλικα σημείωνε τις ίδιες αυξομειώσεις όσο έπαιζαν μαζί και είχαν επαφή με τα μάτια. Η έρευνα διεξήχθη στο Princeton Baby Lab, όπου οι ερευνητές του Πανεπιστημίου μελετούν πώς τα μωρά μαθαίνουν να βλέπουν, να μιλούν και να κατανοούν τον κόσμο.

Παλαιότερη παρόμοια έρευνα είχε επισημάνει ότι οι εγκέφαλοι των ενηλίκων συγχρονίζονται όταν παρακολουθούν ταινίες και ακούν ιστορίες, αλλά λίγα είναι μέχρι τώρα γνωστά για το πώς αναπτύσσεται αυτό ο «νευρωνικός συγχρονισμός» στα πρώτα χρόνια της ζωής. Μια άλλη σημαντική υπόθεση των επιστημόνων είναι ότι ο νευρωνικός συγχρονισμός έχει σημαντικές συνέπειες για την κοινωνική ανάπτυξη και την εκμάθηση γλωσσών.

Η μελέτη, σε πραγματικό χρόνο, της επικοινωνίας πρόσωπο με πρόσωπο μεταξύ των μωρών και των ενηλίκων είναι αρκετά δύσκολη. Για να μελετήσουν την επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο, οι ερευνητές χρειάστηκαν να δημιουργήσουν μια φιλική προς το παιδί μέθοδο καταγραφής της εγκεφαλικής δραστηριότητας ταυτόχρονα στον εγκέφαλο μωρών και ενηλίκων. Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα νέο σύστημα νευροαπεικόνισης διπλού εγκεφάλου που χρησιμοποιεί τη λειτουργική εγγύς υπέρυθρη φασματοσκοπία (fNIRS), η οποία είναι εξαιρετικά ασφαλής και καταγράφει την οξυγόνωση στο αίμα ως υποκατάστατο για τη νευρική δραστηριότητα. Η εγκατάσταση επέτρεψε στους ερευνητές να καταγράψουν το νευρωνικό συντονισμό ανάμεσα σε μωρά και έναν ενήλικα ενώ έπαιζαν, τραγουδούσαν ή διάβαζαν ένα βιβλίο.

Το πείραμα είχε δύο μέρη. Στο ένα, ο ενήλικας που εκτελούσε το πείραμα πέρναγε πέντε λεπτά αλληλοεπιδρώντας άμεσα με ένα παιδί – παίζοντας τραγουδώντας ή διαβάζοντας – ενώ το παιδί καθόταν στην αγκαλιά του γονέα του. Στο άλλο, ο ενήλικας που εκτελούσε το πείραμα γύρισε στο πλάι και είπε μια ιστορία σε έναν άλλο ενήλικα, ενώ το παιδί έπαιζε ήσυχα με τον γονέα του.

Τα δεδομένα προέκυψαν από τη συγκέντρωση των 57 καναλιών του εγκεφάλου που είναι γνωστό ότι εμπλέκονται στην πρόβλεψη, την επεξεργασία των γλωσσών και την κατανόηση των προοπτικών των άλλων ανθρώπων.

Όταν εξέτασαν τα δεδομένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριών πρόσωπο με πρόσωπο, οι εγκέφαλοι των μωρών συγχρονίζονταν με τον εγκέφαλο του ενήλικα σε αρκετούς τομείς που είναι γνωστό ότι εμπλέκονται στην κατανόηση για τον κόσμο – στο πώς δηλαδή τα παιδιά αποκωδικοποιούν το γενικό νόημα μιας ιστορίας ή αναλύουν τα κίνητρα της ανάγνωσης για ενήλικες σε αυτά.

Όταν ο ενήλικας και το βρέφος απομακρυνόταν ο ένας από τον άλλο και ερχόταν σε επαφή με άλλους, η σύζευξη μεταξύ τους εξαφανίστηκε. Ενδιαφέρον παρουσίασε το ότι η ισχυρότερη σύζευξη συνέβη στον προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος ασχολείται με τη μάθηση, τον σχεδιασμό και την εκτελεστική λειτουργία και θεωρήθηκε προηγουμένως αρκετά υποανάπτυκτη κατά τη βρεφική ηλικία.

Επίσης διαπίστωσαν ότι ο εγκέφαλος του βρέφους συχνά οδηγούσε τον εγκέφαλο των ενηλίκων για λίγα δευτερόλεπτα, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα μωρά δεν λαμβάνουν απλώς παθητικά στοιχεία, αλλά μπορούν να καθοδηγήσουν τους ενήλικες για το επόμενο πράγμα στο οποίο θα επικεντρωθούν: κατευθύνοντας τον ενήλικα ποιο παιχνίδι να επιλέξουν, ποιες λέξεις να πουν.

Παράλληλα, ο εγκέφαλος του ενήλικα φάνηκε να «προβλέπει» πότε τα βρέφη θα χαμογελούσαν, ενώ οι εγκέφαλοι των μωρών «προέβλεπαν» πότε ο ενήλικας θα τα προσέγγιζε με μια πιο «μωρουδίστικη» συμπεριφορά και οι δύο εγκέφαλοι παρακολουθούσαν την κοινή επαφή με τα μάτια και επιδείκνυαν κοινή προσοχή στα παιχνίδια.

Το συμπέρασμα είναι ότι τόσο το κοινό παιχνίδι όσο και η οπτική επαφή συγχρονίζουν τους εγκέφαλους των μωρών με των ενηλίκων που αλληλεπιδρούν με έναν τρόπο που τους φέρνει πιο κοντά και ανοίγει έναν δικό τους κωδικό επικοινωνίας.