27/09/2020

Περί απλοποίησης της γλώσσας κι άλλοι γνωστοί… κορδακισμοί (sic)

Aπό τις 110 λέξεις των προοιμίων της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα, ατόφιες πάνω από το ένα τρίτο τους, (…) από τις 500 λέξεις του «Υπέρ Αδυνάτου» λόγου του Λυσία τα 2/3 (…) ενώ από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης, πάνω από τις μισές, (οι 2.280) χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα (…) Πολύ καλά ποσοστά για μία νεκρή γλώσσα, δε νομίζετε; 

Σε μία προσπάθεια να προσπελάσει κανείς τις συζητήσεις για την… «αναγκαιότητα απλοποίησης της γλώσσας» (;) θα έπρεπε πρώτα να πάρει μία βαθιά ανάσα! Χρειάζονται πνευμόνια δεινού κολυμβητή, όχι μόνο για να περάσει κανείς άκοπα στην αντίπερα όχθη, αλλά για να μπορέσει να τιθασεύσει το «θυμικό», να σταθεί όρθιος, χωρίς θυμό απέναντι στις φωνές για την «γλωσσική απλοποίηση», να ακούσει την επιχειρηματολογία και με όσες δυνάμεις του έχουν μείνει, να ανασκευάσει ό,τι ανασκευάζεται. Τι άθλος αλήθεια! Πόσο δύσκολο είναι και πόσο μεγάλο βάρος γεμίζει την ψυχή όποιου προσπαθήσει να μιλήσει για θέματα τόσο μεγαλύτερα από τον ίδιο! Όμως, η συναίσθηση της ηθικής ευθύνης να επιλεγούν τα καταλληλότερα επιχειρήματα (μην τυχόν και αυτά φανούν μικρά και «λίγα») και να διατηρηθεί η αντικειμενική θέαση του προβλήματος, που θα αποβεί μέσα από την αναγκαία απόσταση, οδηγεί το «λογιστικό» και το «θυμοειδές» σε μία αγαστή συνεργασία.

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται διάφορες φωνές -ευτυχώς όχι τόσο συχνά (!)- ακόμη και από το στόμα εγνωσμένων συναδέλφων, οι οποίοι προτείνουν ακόμη μία απλοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Κάποιοι, ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής, μένουν πιστοί στο δόγμα της «ελάσσονος προσπάθειας» και συνεχίζουν την αδικαιολόγητη και κατά τη γνώμη μου επιβλαβή συζήτηση για τις γλωσσικές επιλογές που «θα δώσουν λύση σε διάφορα προβλήματα»! Άλλη μία ανούσια συζήτηση, όπως αυτή για την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος, που χωρίς κάποιο επιστημονικό έρεισμα επιβλήθηκε το 1982. Αυτά όμως έχουν ήδη κριθεί και προφανώς δεν θα προτείναμε την… παλινόρθωση του πολυτονικού. Ευτυχώς το… πνεύμα δεν κρυβόταν στα πνεύματα! Προκαλεί όμως αλγεινή εντύπωση που κάποιοι συνάδελφοι, φιλόλογοι (!), ακόμη και διδάσκοντες στο πανεπιστήμιο, δεν αντελήφθησαν τίποτα από όλα αυτά και προτείνουν… διάφορα, όπως «την κατάργηση των πολλών –i– και -ο-». Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι άλλοτε αστεία, άλλοτε χωρίς επιστημονικό έρεισμα κι άλλοτε πάλι ισχύουν και τα δύο. Τέτοιες θέσεις όμως, προκαλούν συνειρμούς και σκέψεις για την επιστημονική (και επιστημολογική!) επάρκεια αυτών που τα υποστηρίζουν. Ποια είναι όμως τα συνηθέστερα επιχειρήματα τους;

  • Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι μία νεκρή γλώσσα και ως εκ τούτου, ό,τι τη θυμίζει θα πρέπει να αφαιρεθεί από τη νεοελληνική ζωντανή γλώσσα!

Και το πιο πρόσφατο,

  • Η κατάργηση των πολλών «-i-» και «-ο-» αποτελεί ανάγκη, καθώς θα βοηθούσε πάρα πολύ τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες!

Ομολογώ ότι τέτοιες νεφελώδεις και ανυπόστατες διακηρύξεις που στόχο έχουν την αυτοπροβολή ή τον εντυπωσιασμό, συνήθως με αφήνουν παγερά αδιάφορο· όμως εδώ, δεν πρόκειται για ένα προσωπικό ζήτημα. Επιστημονικά ολισθήματα πολλά και μάλιστα θεμιτά. Άνθρωποι είμαστε εξάλλου! Όμως, προσεγγίσεις αυτού του είδους με κάνουν να διαρρηγνύω τα ιμάτια μου (ίσως προτιμάτε περισσότερο το «Να σκίζω τα ρούχα μου»!).

Η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν είναι μία νεκρή γλώσσα. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από τα βρετανικά αγγλικά της μέσης αγγλικής περιόδου (11ος – 15ος αιώνας). Είναι γνωστό ότι ο μέσος βρετανός συναντά πολύ μεγάλες δυσκολίες να κατανοήσει ένα κείμενο της πρώιμης, της μέσης αλλά ακόμη και της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου χωρίς τα κατάλληλα ερμηνεύματα. Ακόμη και ο Σαίξπηρ (16ος αι.) σε κάποιες περιπτώσεις φαντάζει γλωσσικά απροσπέλαστος. Σας διαβεβαιώ όμως ότι κανείς δεν τολμά να μιλήσει για μία νεκρή βρετανική γλώσσα. Οι βρετανοί περιορίζονται απλά στο «itsoldeEnglish»! Ας μην αναφερθούμε και στην «ημιθανή» γλώσσα της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη Αλιγκιέρη! Πόσο θα θύμωνε ο μέσος Ιταλός δεν φαντάζεστε! Αντίθετα, σε αυτή την γωνιά των Βαλκανίων, είπαμε, διάφοροι μιλούν για τη νεκρή «αρχαία ελληνική» (;).

Με αγάπη σας συμβουλεύω, μη δοκιμάστε την υπομονή του μέσου (ή ακόμη και αμόρφωτου) βρετανού και Ιταλού προτείνοντας τους αντίστοιχες «αηδίες» με αυτές που ακούγονται στη χώρα μας! Στην Εσπερία αλήθεια, τέτοιες φωνές χαρακτηρίζονται apriori –και δικαίως- «συμπλεγματικές». Που να τους εξηγήσουμε ότι εδώ υπάρχουν τέτοιες «κραυγές» για την ελληνική και ότι, από φόβο μη τυχόν και χαρακτηριστούμε «οπισθοδρομικοί», μόνο a posteriori, όταν πια έχει επέλθει το κακό, τολμούμε να ορθώσουμε το ανάστημα στις ανοησίες των αυθεντιών και των «ψευτο-ειδικών». Συγχωρήστε μου αυτή την προσωρινή νίκη του «θυμοειδούς»! Μου φάνηκε προς στιγμήν πρέπον να γράψω αυτές τις γραμμές για να σας προστατέψω από τη μήνιν των δυτικών φίλων μας! Επανέρχομαι όμως, όπως είναι και πρέπον, στα επιχειρήματα και στα τεκμήρια. 

Είναι τελικά νεκρή η αρχαία ελληνική γλώσσα; 

Εσφαλμένα κάποιοι χαρακτηρίζουν «νεκρή γλώσσα» τα αρχαία ελληνικά. Σχεδόν το σύνολο των λέξεων που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοι μας χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα, είτε αυτούσιες, είτε ως θέμα, πρόθημα ή επίθημα λέξεων. Πράγματι, ο Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος, σε ένα άρθρο του στο «Βήμα» (10/11/2013), αναφέρεται στη διαχρονικότητα της χρήσης της γλώσσας μας (4.000 χρόνια σε προφορικό και 3.500 χρόνια σε γραπτό επίπεδο), επιμένοντας ότι πρόκειται για μία καθόλα ζωντανή γλώσσα. Προς επίρρωση της θέσης του αναφέρει ότι από τις 110 λέξεις των προοιμίων της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» (8ος αιώνας π.Χ.) χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα, ατόφιες πάνω από το ένα τρίτο τους (ενώ για τις υπόλοιπες χρειάζονται ελάχιστα επεξηγηματικά σχόλια) και από τις 500 λέξεις του «Υπέρ Αδυνάτου» λόγου του Λυσία (5ος αι. π.Χ.) τα 2/3 από αυτές χρησιμοποιούνται ευρύτατα μέχρι και σήμερα! Αν πάλι προσεγγίσουμε μεταγενέστερα κείμενα, όπως για παράδειγμα τη Καινή Διαθήκη (1ος-2ος αι. μ.Χ.), τα στοιχεία θα μας κάνουν να σκύψουμε το κεφάλι μελαγχολικά και ίσως επιτέλους αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Πράγματι, ο Γ. Χατζιδάκις, ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, επισημαίνει ότι από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης, πάνω από τις μισές,«οι 2.280 χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα, περίπου 2.220 είναι ευκολονόητες από τους Νεοέλληνες και μόνο περίπου 400 χρειάζονται ερμηνευτικό σχολιασμό»!Πολύ καλά ποσοστά για μία νεκρή γλώσσα, δε νομίζετε;

Ο ανυπόστατος χαρακτήρας του επιχειρήματος της «νεκρής αρχαίας ελληνικής γλώσσας» είναι πολύ εύκολο να αποδειχθεί με ίδια μέσα. Προφανώς, δεν χρειάζεται η καταφυγή σε αναλύσεις της διεθνούς γλωσσολογίας και λεξικογραφίας προκειμένου να αποδείξουμε πόσο διαδεδομένη υπήρξε σε όλους τους τομείς της επιστήμης και στις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Πράγματι, παντού, σε όλες τις γλώσσες, σε όλες τις επιστήμες και στις τέχνες υπάρχουν αρχαίες ελληνικές λέξεις που… ζουν ακόμη και σήμερα! Το εκπληκτικό όμως δεν είναι αυτό. Το εκπληκτικό είναι άλλο. Ακόμη και σήμερα, αναζητώντας νέες ονομασίες για νέα (όχι αρχαία) επιτεύγματα όλοι προστρέχουν στην αρχαία ελληνική. Πάντα επισημαίνουν το γνωστό πια «The Greeks Have a Word For It» του Barry Unsworth (1967). Ας μην έχουμε αυταπάτες. Την Αρχαία ελληνική εννοούν όπως τη βλέπουν μέσα από την εξέλιξη της στο σήμερα. Έτσι, και ο φυσικός WernerHeisenberg (Nobel, 1932), γιος του μεγάλου βυζαντινολόγου Dr. AugustHeisenberg, κλασικός πιανίστας, δεινός σκακιστής και μανιώδης… ελληνιστής, επιδίωκε να ανασύρει τις γλωσσικές δομές αλλά και τις σκέψεις που τις συνοδεύουν από την αρχαία ελληνική. Σε αυτό το πλαίσιο, και χάρη στην εντρύφηση του στην κλασσική ελληνική, έσπευσε να επιτιμήσει το «mesotron» του Yukawa, επιβάλλοντας το ορθό «meson» δικαιολογώντας εμπεριστατωμένα την άποψη του! Ευτυχώς για εμάς τους Έλληνες, το πέρασμα από το «μέσοτρον» στο «μέσον» ακούστηκε απόλυτα φυσιολογικό, λόγω τη διαχρονικότητας της γλώσσας βεβαίως!

Διαπιστώνει εύκολα κανείς, ακόμη και ο πιο επιφυλακτικός αναγνώστης, ότι δεν μπορείς να ονομάζεις νεκρή μία γλώσσα με τέτοιες προδιαγραφές: αδιάλειπτη παρουσία και χρήση 4.000 χρόνων! Απλά άλλαξε όπως ήταν φυσικό ή κατ’ άλλους υπέστη φθορά… ιδίως τα τελευταία χρόνια. Είναι ανήκουστο, την εξέλιξη της γλώσσας (ή έστω τη φθορά της) να την ονομάζει κανείς «θάνατο», τη στιγμή που υπάρχει σχεδόν ολόιδια στη δομή, στη γραμματική και στο λεξιλόγιο! 

Κι ως προς την «ανάγκη απλοποίησης»; 

Ως προς την δεύτερη θέση, η οποία ομολογώ ότι «με έβγαλε από τα ρούχα μου», η υποτιθέμενη αναγκαιότητα της απλοποίησης της ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί παρά άλλη μια ανοησία! Όχι τόσο η ίδια η ιδέα αλλά κυρίως τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι θιασώτες της άποψης αυτής. Χωρίς κανένα επιστημονικό έρεισμα, χωρίς καμία πραγματική βάση, υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση ενός «-i-» και ενός «-ο-» θα βοηθήσει στη σωστή γραφή της γλώσσας, έτσι ώστε να μην υπάρχουν δυσκολίες στην ορθογραφία, ιδίως για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες (δυσλεξία, δυσορθογραφία κ.ά.) !!! Ναι, πράγματι. Ακούστηκε κι αυτό και μάλιστα από χείλη… «επιστημόνων»!

Η ελληνική γλώσσα είναι το αποτέλεσμα μίας μεγαλειώδους και ευτυχούς σύζευξης νοημάτων και γραμμάτων, σε μία χρονική συγκυρία του παρελθόντος που και επιστημικά αλλά και δεοντικά, υπεραίρεται των μικροτήτων της εποχής μας. Η γραφή των λέξεων, εξαιτίας της διαχρονικότητας των ίδιων αυτών λέξεων αλλά και της ιστορικής τους ορθογράφησης, που εν πολλοίς στηρίζεται με μεγάλη συνέπεια και αποτελεσματικότητα στη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, συμβάλλει στην ανάδειξη του νοήματος, μια και επιτρέπει τη σύνδεση της λέξης του σήμερα με τη ρίζα της, με την αρχική της λειτουργία στο στόμα των ανθρώπων του μακρινού παρελθόντος και από εκεί με το πραγματικό της νόημα! Έτσι, η όποια ορθογραφική απλοποίηση δε θα σήμαινε απλά αυτό που προτείνεται. Αντίθετα, η απαλοιφή των «i» και των «o» θα σημάνει άλλη μία προσπάθεια να χαθεί η δυνατότητα σύνδεσης του σημερινού με το παλιό και της όποιας ενδιάμεσης επιρροής άσκησαν άλλοι λαοί και γλώσσες και άλλες ιδιαίτερες συνθήκες στη γλώσσα μας. Με αυτό τον τρόπο, δεν προτείνεται απλά άλλη μία «βελτίωση» (sic), αλλά η αποσύνδεση της γλώσσας από την… ιστορική της πορεία.

Πράγματι, στα ελληνικά η λέξη σημαίνει ακριβώς αυτό που λένε τα συνθετικά της, έχοντας την συναντίληψη του διαχρονικού τους νοήματος και της συμπεφωνημένης ιστορικής τους γραφής! Γι’αυτό το «αυτοκίνητο» δε μπορεί να αποφασιστεί μια μέρα ότι σημαίνει «σύννεφο» και αντίστροφα, ενώ τα αγγλικά car και cloud θα μπορούσαν ανεμπόδιστα να «εννοιοδοτηθούν» διαφορετικά. Πράγματι, τίποτα δεν με εμποδίζει με το «car» να εννοώ το σύννεφο και με το «cloud» το αυτοκίνητο. Στα ελληνικά όμως, τα ίδια τα συνθετικά και η ιστορική γραφή των λέξεων μαρτυρούν το νόημα τους κι έτσι αποκλείεται αυτό που «αυτό»-κινείται αλλά και το «νέφος» που συν-δέεται με άλλα νέφη (συν+νέφος) να αλλάξει για κάποιο λόγο σημασία. Έτσι, ας μου επιτραπεί η έκφραση, το εκτρωματικό «αφτοκηνητο» δεν θα μου επιτρέψει να το συνδέσω με τα συνδετικά και τα νοήματα του που η πάλαι ποτέ ελληνική γλώσσα μαρτυρούσε.

Έτσι, και στο «κ-αι-νοτόμος», θα μπορέσω να καταλάβω ότι μιλώ για τον «καινό» (=καινούριο) +τομή», τον νεωτερικό.Στη περίπτωση όμως της γλωσσικής απλοποίησης, με την υιοθέτηση του «-ε-» αντί του «–αι», το «κ-ε-νοτόμος» (!) που θα προκύψει δεν μπορεί παρά να είναι τόσο… «κενό» (=άδειο) όσο και οι προτάσεις απλοποίησης!

Θέλετε κι άλλα παραδείγματα; Άσκοπο! Απλά θα γεμίσουμε σελίδες. Όλες οι λέξεις στην ελληνική αυτή την ίδια δουλειά κάνουν! Αιώνες τώρα… εννοούν αυτό που λένε τα συνθετικά τους. Δεν είναι σαν τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες! Οι ίδιες οι έννοιες της ελληνικής δεν επιτρέπουν τέτοιες ακροβασίες και γλωσσικούς κορδακισμούς! Για τον ίδιο λόγο η υιοθέτηση ενός «-i-», ενός «-o-» κι ενός «-e-» θα δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα σε όσους θέλουν και μπορούν να καταλαβαίνουν τι διαβάζουν και τι γράφουν! Φανταστείτε πόσο πολύ θα παρεμποδιστεί η προσπάθεια να ερμηνεύσει ή να καταλάβει κάποιος μία λέξη που δεν γνωρίζει από μία «ανορθόγραφη» γραφή! 

Και τα παιδιά με δυσλεξία; Δεν τα σκέφτεστε κακούργοι κολλημένοι γλωσσαμύντορες; 

Από την ενασχόληση μου με την ειδική αγωγή, είτε με παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, είτε με μαθησιακές δυσκολίες, διαπιστώνω και νιώθω την ανάγκη να καταστήσω σαφές ότι το πραγματικό πρόβλημα σε αυτές τις περιπτώσεις –αλλά και στον τυπικά αναπτυσσόμενο πληθυσμό- δεν αφορά την ανάγνωση και την γραφή. Το πρόβλημα που συναντάμε και στην πράξη αλλά και στη διεθνή βιβλιογραφία δεν είναι η δυνατότητα ορθογράφησης της λέξης, πολύ περισσότερο σε μία γλώσσα όπως η ελληνική που θεωρείται εύκολη γλώσσα για ένα παιδί με μαθησιακά. Πράγματι, η ελληνική γλώσσα ανήκει στις λεγόμενες διαυγείς γλώσσες, στις… καθαρές, όπως τα ιταλικά, τα τουρκικά, τα γερμανικά και τόσες άλλες. Επομένως δεν είναι μια δύσκολη γλώσσα. Για σκεφτείτε να ζητήσω από ένα παιδί με δυσλεξία στην Αγγλία να γράψει τη λέξη «μάτι» (επιλέγεται παραδειγματικά αυτή η λέξη, η οποία τελικά κατακτάται εύκολα σαν ένα όλον, σαν μια «εικόνα»). Έστω λοιπόν, θα του πω: γράψε τη λέξη «eye» (θα πω «άι») και το έρμο, ενώ θα πρέπει να γράψει το γνωστό «eye», θα γράψει «ai». Καμία σχέση δηλαδή! Στα ελληνικά όμως θα γράψει «μάτι». «Μ – α – τ – ι », άντε να γράψει «μάτη»… κάτι που μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μαθησιακής δυσκολίας γίνεται αποδεκτό. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ούτε αυτό· το πρόβλημα δεν είναι η αποκωδικοποίηση και η κωδικοποίηση (γραφή και ανάγνωση). Όλα τα παιδιά, περισσότερο ή λιγότερο σωστά, τελικά επιτυγχάνουν αυτές τις «κατώτερες διαδικασίες»! Το μείζον πρόβλημα είναι η αναγνωστική κατανόηση! Όχι απλά να διαβάσουν, αλλά να καταλάβουν!

Φανταστείτε λοιπόν το παιδί με δυσλεξία από την Αγγλία που αναφέραμε και πριν, να πρέπει να διαβάσει το “eye” (το οποίο όπως είπαμε και πριν θα το διαβάσει πιθανότατα «έγε»), θα πρέπει να σκεφτεί ότι πρόκειται για το «άι», κι αν καταφέρει να κάνει τη σύνδεση στο μυαλό του (ότι δηλαδή το «έγε» που μόλις διάβασε είναι το «άι») τότε ίσως κατανοήσει ότι πρόκειται για το… μάτι. Μεγάλος μπελάς στα αγγλικά. Στα ελληνικά πάλι δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Τα διαφορετικά «-ι-» και «-ο-» μαθαίνει να τα διαβάζει! Δεν είναι πρόβλημα! Στα αγγλικά όμως; Δεν άκουσα παρόλα αυτά κανένα επιστήμονα, γλωσσολόγο ή και απλό πολίτη, να μιλά για την ανάγκη απλοποίησης της αγγλικής, ώστε να επιτευχθεί μια διευκόλυνση στη φωνογραφημική αντιστοιχία! Ευτυχώς για τον ίδιο, γιατί οι βρετανοί δεν παίζουν με αυτά! Στην Ελλάδα όμως, ακόμη και επιστήμονες, νιώθουν ότι μπορούν να λένε… ό,τι θέλουν χωρίς καμία συνέπεια! Δεν είναι ελευθερία λόγου αυτό. Ας μην μπερδευόμαστε!

 

* Ο Αντώνης Φοδελιανάκης υπ.Διδ./PhdU.PaysVasco, είναι φιλόλογος-φροντιστής – www.idiaiteron.gr