01/10/2020

Ο καθημερινός πολίτης και η χαμένη του αξιοπρέπεια

Μια λοβοτομημένη κοινωνία δέχεται παθητικά και αδιαμαρτύρητα, δεκαετίες τώρα, αυτό τον βιασμό της καθημερινότητας της στις θεσμικές, πλέον, καταστροφές κάθε 17 Νοεμβρίου και κάθε 6 Δεκεμβρίου με τα προεόρτια και τα μεθεόρτια τους όπως και τους αναπόφευκτους εμπρησμούς ή τα σπασίματα και τις δηώσεις μαγαζιών του διαλυμένου κέντρου της Αθήνας. Δηλαδή όποτε οι επαγγελματίες συνδικαλιστές αποφασίσουν απεργία -διαδήλωση. Πόσες φορές δεν έχει καεί και λεηλατηθεί π.χ η Ερμού;
Διαδήλωση χωρίς περιφρούρηση, διαδήλωση – αφορμή για τα κεκανονισμένα έκτροπα.

Η βία ως περίπου κανονικότητα με την αστυνομία παθητικά παρούσα γιατί έτσι διέσωζε η επαγγελματική αριστερά τα ιδεοληπτικά της προσχήματα. Κάλυπτε την πελατεία της! Όλα αυτά ως πέρσι. Αναφέρομαι στις εκατοντάδες(!) διαδηλώσεις κάθε μέρα, δύο και τρεις φορές την ημέρα, οι οποίες παρά την μαχητικότητα και το εξ ορισμού δίκιο τους, δεν κατάφεραν ούτε την χώρα να γλυτώσουν από την πτώχευση, ούτε τους Έλληνες από την τρομαχτική ανεργία και την ανάλογη διαπόμπευση από τους εταίρους -συμμάχους, ούτε την υποχρεωτική μετανάστευση που εξελίσσεται σε γάγγραινα ούτε τα κάπιταλ κοντρόλ να προλάβουν ή, έστω, να ακυρώσουν. Όσο για τις εργασιακές σχέσεις, αυτές γίνονται όλο και πιο ζοφερές, ενώ οι εργατοπατέρες, αμετακίνητοι για δεκαετίες, σχεδιάζουν την επόμενη, γενική απεργία. Ο καθείς και ο ρόλος του.

Θεωρούμε, δηλαδή, περίπου αυτονόητο ή και αναπόφευκτο πως όποιος μένει στα Εξάρχεια, ζει σε εμπόλεμη ζώνη, όποιος έχει ακόμη και ένα μαγαζάκι γύρω από το Πολυτεχνείο, είναι σχεδόν φυσικό να το βρει ένα πρωί καμμένο ή λεηλατημένο από την εγχώρια εκδοχή των τζιχαντιστών οι οποίοι μπερδεύουν τον Μπακούνιν με τους αδελφούς Παλαιοκώστα και τους νονούς της κόκας έχοντας ως μόνη άποψη την καταστροφή, το μίσος προς οτιδήποτε δεν είναι μαύρο. Και που ομνύουν στο ξεθεμελίωμα όσων πραγμάτων φτιάξαμε εμείς οι μικροαστοί χωρίς κατ′ ανάγκη να ξεπουληθούμε ή να πατήσουμε επί πτωμάτων, δουλεύοντας σκληρά, προερχόμενοι από βαθιά φτώχεια – ο γράφων καμαρώνει γιατί είναι γιος εργάτη του Σκαραμαγκά, αν λέει αυτό κάτι στους νεοσσούς της εύκολης επανάστασης – και στήνοντας, όχι χωρίς λάθη ή παλινδρομήσεις ό, τι υπάρχει σήμερα σ ′ αυτό τον τόπο.

Από την άλλη ντρέπομαι για την υποκρισία όλου του πολιτικού συστήματοςπου ανέχεται με πρόδηλη σκοπιμότητα όλο αυτό το διαρκές χάος, όλα αυτά τα χρόνια, οι μεν ψαρεύοντας θολές ψήφους από το λούμπεν περιθώριο και οι δε δίνοντας την χρυσή ευκαιρία στις δυνάμεις καταστολής να είναι πάντα ”ετοιμοπόλεμες”.

Μου πήρε καιρό να καταλάβω πως το κράτος των Εξαρχείων βολεύει όλο το φάσμα εξουσίας στην χώρα. Κυρίως γιατί εκπαιδεύει μεθοδικά εκείνο ακριβώς το παρακράτος που έχει ανάγκη κάθε επίσημο κράτος για να υπάρχει.Τόσο, μακιαβελικά, τόσο απλά!

Η ανικανότητα και η έλλειψη όρχεων ως προς την ανάληψη ευθυνών έπονται. Το πρώτιστο είναι πως οι ψυχασθενείς που καίνε κάθε τρεις και λίγο το κέντρο απαξιώνοντας κάθε εμπορική ή κοινωνική δραστηριότητα ως ”αμαρτωλή ” και διαλύοντας τον τουρισμό – άλλη αμαρτία αυτός – είναι απαραίτητοι στους μηχανισμούς του κράτους. Για αυτό και τους πλαισιώνει, οπότε υπάρχει ανάγκη, από εθελοντές ασφαλίτες. Ποιοί κάψανε τους ξεχασμένους της Μαρφίν, ποιός έκανε στάχτη τις προάλλες μιαν οικογενειακή επιχείρηση, ποιά λογική υπαγόρευσε στην προηγούμενη βουλή να νομοθετήσει προσωπικό, αποκλειστικής χρήσης, νόμο για να απειλεί ο κάθε Ρωμανός από την φυλακή ότι θα ξανακάψει ό,τι χτίσαμε όλοι μαζί, όλα αυτά τα χρόνια; Τις απαντήσεις μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Όμως κάποτε πρέπει να μπει ένα τέλος. Να ισχύσουν οι νόμοι για όλους. το θεωρώ αδιανόητο πως δεν έχει ακόμα αντιληφθεί ο Αλέξης Τσίπρας ότι έχασε τις εκλογές κυρίως από το συνεχές μπάχαλο των Εξαρχείων και από την τεράστια δυσαρέσκεια της βουβής πλειοψηφίας. Εντέλει πόσο ακόμη πρέπει να πληρώσουμε όλη αυτή την υποκουλτούρα των καταστροφών; Αυτό το μίσος, εντέλει, για την χαρά της ζωής, της ίδιας;

ΥΓ. Το γράφω εδώ και χρόνια, ήταν και η άποψη του πολεοδόμου Γιώργου Κανδύλη:

Το Πολυτεχνείο να μεταφερθεί στην Πολυτεχνειούπολη, ούτως ή άλλως υπολειτουργεί,και να επεκταθεί στο νεοκλασικό συγκρότημα του Λύσανδρου Καυταντζόγλου το Εθνικό μας Μουσείο. Και το κέντρο θα αναβαθμιστεί και θα αναδειχθούν όπως τους αξίζει οι θησαυροί του παραμελημένου Αρχαιολογικού.
Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για μια προοδευτική κυβέρνηση που επιλέγει την θέση αντί της άρνησης. Ο νέος δήμαρχος της Αθήνας, η νέα κυβέρνηση και η νέα υπουργός Πολιτισμού έχουν υποστηρίξει αυτό το σχέδιο. Έχουν δεσμευτεί σχετικά. Μένει βέβαια να περάσουμε κάποτε από τα λόγια στα έργα.