25/11/2020

Μειώνοντας τον κίνδυνο της παρενόχλησης

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί συχνά ξοδεύουν χρόνο συζητώντας πώς να εντοπίζουν τα σημάδια της σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης παιδιών ή τι πρέπει να κάνουν αν το παιδί σας έχει υποστεί κάποιο αντίστοιχο περιστατικό, αλλά τι γίνεται για να προλάβουμε αυτές τις περιπτώσεις; Τι μέτρα μπορούν να πάρουν οι γονείς για να αποτρέψουν την κακομεταχείριση των παιδιών πριν αυτή συμβεί;

Ειδικοί γιατροί και παιδοψυχολόγοι συμβουλεύουν ότι τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται από πολύ μικρή ηλικία τις επιστημονικές ονομασίες για τα ιδιωτικά μέρη του σώματος, έτσι ώστε αν υπάρχει κάτι για το οποίο να πρέπει να μιλήσουν να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα που θα καταλάβουν και οι υπόλοιποι εύκολα.

Είναι φυσικό οι γονείς να θέλουν να προστατεύσουν την αθωότητα του παιδιού, αλλά η εκπαίδευσή τους δεν σημαίνει ότι τους στερείτε την παιδική τους ηλικία. Ομοίως, ονομάζοντας ένα πέος ως το «πιπί» σου ή κάτι παρόμοιο δεν βοηθά το παιδί να διατηρήσει το νεανικό του πνεύμα. Τα παιδιά που μαθαίνουν τα ονόματα των τμημάτων του σώματος είναι ένα από τα πρώτα βασικά βήματα που διδάσκει ένας γονέας για να προστατέψει το παιδί του.

Συχνά όταν χρησιμοποιούμε «χαριτωμένα παρατσούκλια» κρύβεται μια δυσφορία ή αμηχανία των γονέων να κάνουν μια ανοιχτή συζήτηση για τα μέρη του σώματος. Αυτό μπορεί ακούσια να μεταδίδει το μήνυμα ότι υπάρχει κάτι «πονηρό» ή «λάθος» ως προς τα συγκεκριμένα μέρη του σώματος.

Τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν ότι το πέος, οι όρχεις, η κλειτορίδα, ο κόλπος και το αιδοίο είναι μέρη του σώματος όπως τα χέρια, τα πόδια, τα αυτιά και οι αγκώνες, τονίζουν οι παιδίατροι. Είναι καλό ωστόσο να εξηγήσουμε με απλό και κατανοητό τρόπο στα παιδιά ως προς τι είναι διαφορετικά, και πώς θεωρούνται «ιδιωτικά» – διασαφηνίζοντας γιατί τα κρατάμε συνήθως καλυμμένα – αλλά ότι είναι υγιή, καλά, αποδεκτά μέρη του σώματος όπως και κάθε άλλο μας μέλος.

Στη συνέχεια προσπαθούμε να δώσουμε σε ένα παιδί να καταλάβει ποια είναι τα «σωματικά του δικαιώματα» και η «ιδιωτικότητα». Καθώς μιλάμε για μέρη του σώματος, μπορούμε να εξηγήσουμε ποια είναι ιδιωτικά, ποιος μπορεί να τα αγγίξει –όπως ένας γονέας ή γιατρός– και υπό ποιες συνθήκες. Όλα αυτά ενισχύουν την ικανότητα του παιδιού να αναγνωρίσει πότε συμβαίνει κάτι ακατάλληλο και να το αποκαλύψει με τρόπο που οι ενήλικες είναι πιθανό να καταλάβουν.

Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχουν από νωρίς οι σωστές βάσεις επαφής, επικοινωνίας και ειλικρίνειας μεταξύ γονιών και παιδιού, αλλά και σεβασμού και αποδοχής, ώστε το παιδί να νιώθει ασφάλεια για να μιλήσει. Να έχουν δηλαδή οι γονείς εξασφαλίσει ότι τα παιδιά έχουν θετική κοινωνική στήριξη και ότι αισθάνονται καλά για τον εαυτό τους. Αυτό τους δίνει την αυτοπεποίθηση να μιλούν για τον εαυτό τους όταν χρειάζεται. Κάτι που είναι πολύ πιο δύσκολο όταν ένα παιδί νιώθει μοναξιά ή άπιαστο ή δεν πιστεύει ότι οι ενήλικες θα το πιστέψουν ή θα το προστατεύσουν.