27/05/2020

Η Ιερά Σύνοδος μας υπενθυμίζει ότι θεωρεί «φόνο» την έκτρωση

Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε, βεβαίως, η τελευταία. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε. Για την Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και για όλες τις εκκλησίες του κόσμου, η έκτρωση ισοδυναμεί με φόνο – ή κάτι αντίστοιχο. 

Συνεπώς, το γεγονός ότι κατά τη διήμερη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου, την 3η και την 4η Φεβρουαρίου, ανανακοινώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «θεωρεί την εκουσία έκτρωση ως φόνο και δεν την αποδέχεται», δεν είναι είδηση. Αυτή είναι η πάγια θέση της και όσο υπάρχει η Εκκλησία της Ελλάδος, δεν πρόκειται να αλλάξει.

Αυτό που αλλάζει με την πάροδο των χρόνων, είναι η διατύπωση. Το 1986, την χρονιά που νομιμοποιήθηκαν οι εκτρώσεις στην Ελλάδα, αυτό που σήμερα χαρακτηρίζεται σκέτος «φόνος», ήταν «φόνος εκ προμελέτης» και κά­θε γυναίκα που κάνει έκτρωση ήταν «ένας απαίσιος φο­νιάς»

«…Γιατί το έμβρυο, όπως είπαμε, είναι πλήρης, τέ­λειος και ολόκληρος άνθρωπος από την στιγμή της συλ­λήψεως» τονίζεται στην Εγκύκλιο 2426 της 1ης Απριλίου 1986 «προς τον ευσεβή Λαό». «Και συνεπώς η έκτρωση είναι φόνος. Φόνος εκ προμελέτης. Είναι μια ενέργεια, που στερεί έναν άνθρωπον από το υπέρτατο αγαθό, την ζωή και, συνεπώς, κά­θε γυναίκα που κάνει έκτρωση είναι ένας απαίσιος φο­νιάς. Και όχι μόνο η μητέρα, αλλά και ο πατέρας και κάθε πρόσωπο που συνεργεί στο απαίσιο αυτό έγκλημα, έστω και μόνο με συμβουλή και υπόδειξη, ειναι φονιά­δες. Και γι′ αυτό κάθε ενέργεια που διακόπτει την ζωή ενός εμβρύου αποτελεί ειδεχθές έγκλημα. Και κάθε εί­δους συμβολή η συμβουλή για να γίνη έκτρωση, αποτε­λεί ηθική αυτουργία για φόνο. Γι′ αυτό η Ιερά Σύνοδος, αφού εμελέτησε υπεύθυνα το θέμα, κάνει έκκληση σε όλους τους ευσεβείς χριστιανούς να αποφεύγουν με κάθε τρόπο την έκτρωση, γιατί αποτελεί φόνο εκ προμελέτης, αμαρτία θανάσιμη, πού τιμωρείται με αυστηρά εκκλη­σιαστικά επιτίμια, και, χωρίς μετάνοια, επιφέρει την στέρηση της βασιλείας του Θεού…»

Η βελτίωση της διατύπωσης από τότε μέχρι σήμερα ωστόσο, δεν αλλάζει την ουσία. Μπαίνοντας στην δεύτερη δεκαετία της τρίτης χιλιετίας μετά Χριστόν, βλέπουμε ξαφνικά να ανοίγει η συζήτηση για ένα θέμα που έχει κλείσει εδώ και 34 χρόνια.

Η Εκκλησία μας καθιέρωσε την Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού, ένα αθλητικό περιοδικό ανακάλυψε ότι γίνονται 300.000 εκτρώσεις κάθε χρόνο στην Ελλάδα – ούτε 20.000 δεν γίνονται, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας – Οργάνωση Πολυτέκνων επιχείρησε να διαφημίσει στο Μετρό την αντίθεσή της προς την νομοθεσία του Κράτους και πολλοί και διάφοροι – μεταξύ των οποίων και υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη – άρχισαν να συνδέουν τις εκτρώσεις με την υπογεννητικότητα και να κραυγάζουν «γεννάτε γιατί χανόμαστε».

Διότι ναι μεν τα ανθρωπάκια γίναμε αισίως 7 δισ. και οδεύουμε ολοταχώς προς τα 9 δισ. και όλοι οι αρμόδιοι κρούουν τους κώδωνες του κινδύνου, αλλά οι «καθαρόαιμοι Ελληνες» λιγοστεύουν και για τον ευσεβή – και οπωσδήποτε καθαρόαιμο – Ελληνικό Λαό (που δεν έχει κανένα πρόγονο π.χ. από την Σμύρνη) μία λύση θα ήταν να ξανασυζητήσουμε το θέμα των εκτρώσεων.

Προφανώς, για τις παραπάνω κατηγορίες των συμπατριωτών μας, όλα τα άλλα προβλήματα της χώρας και της ζωής μας είναι ήσσονος σημασίας και αυτό που προέχει είναι η «καθαρότης» του Ελληνικού αίματος, για χάρη της οποίας θα μπορούσαμε να ξανασυζητήσουμε νόμους του κράτους που αφορούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Για όλους τους άλλους Ελληνες, η συζήτηση έκλεισε το 1986. Απαξ και δια παντός.