29/09/2020

Η γιορτή μετά τις «γιορτές»

Συνηθίζονται οι μεθεόρτιοι απολογισμοί, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος για την γενναιότητα που αυτοί κομίζουν. Γιατί, πώς να το κάνουμε; Είναι πάντοτε δυσάρεστη η παραδοχή του ψευτίσματος της ζωής μας και συνήθως την αποφεύγουμε, προτιμώντας την πλειοδοσία σε ευχές που δεν πολυπιστεύουμε, αλλά που με εθιμική άνεση επικαλούμαστε ακαταπαύστως.

Θαρρώ πάντως ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός αλλά, απλώς ειλικρινής, για να ομολογήσει ότι κι ετούτες οι γιορτές που πέρασαν, πέρασαν όπως ακριβώς οι προηγούμενες: στερημένες, δηλαδή, του οντολογικού τους περιεχομένου. Στερημένες οι γιορτές κι ορφανοί οι γιορταστές τους. Ορφανοί, αλλά φορτωμένοι. Φορτωμένοι από μια γλυκανάλατη παραχάραξη, που λειτούργησε και πάλι ναρκωτικά ως μια άλογη ψυχολογική ψευτοπαρηγόρια της ψυμιθιωμένης υπανάπτυξής μας και της ανεπίγνωστης παρακμής μας. Μιας υπανάπτυξης και μιας παρακμής, που δεν διακρίνει την αλλοτρίωση της γιορτής από την ίδια την γιορτή, ήγουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται η Εκκλησία του νεογέννητου Χριστού.

Κι Εκκλησία –για να μην ξεχνιόμαστε– είμαστε όλοι μας. Και αυτό το υπογραμμίζω, γιατί είναι βολικό να ψέγουμε τους διακόνους της –ή τέλος πάντων, όσους θα έπρεπε να τη διακονούν– και να αμνηστεύουμε τη δική μας οκνηρία. Είναι, λοιπόν, και δική μας ευθύνη να ξεχωρίσουμε την κολοβή εμποροπανήγυρη από την πραγματική γιορτή, τη γιορτή εκείνη που φωτίζει το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου.

Πιθανώς, με μια τέτοια διάκριση να μην κατορθώσουμε και πολλά. Αλλά η διάκριση και μόνο της γνησιότητας από την καλπιά είναι ένα πρώτο και σημαντικό βήμα για την έξοδό μας από την εθιμοτυπία και την μετοχή μας στην γιορτή. Μέχρι τότε η αλήθεια της Σάρκωσης του Θεού, η αλήθεια της σωτηρίας του Ανθρώπου δηλαδή, θα κοινωνείται ερήμην μας, μακριά από τα αγοραία φώτα που την σκοτίζουν. Θα κοινωνείται στις εκκλησιές όλου του κόσμου απ’ όλους εκείνους που σ’ ετούτη τη γιορτή δεν βλέπουν την ευκαιρία μιας ακόμη ευωχίας, αλλά τη δυνατότητα της απελευθέρωσης από τον παραλογισμό του θανάτου.

Κι αυτή η εν Χριστώ ελευθερία, που ευαγγελίζεται η Εκκλησία, μας οδηγεί σε μια υπαρκτική μεταμόρφωση –και κατά συνέπεια σε μια ιστορική και κοινωνική μεταμόρφωση– που γιορτάζει όχι με ακριβό μπρικ και σαμπάνια, αλλά με ατίμητο ψωμί και κρασί.

Ας ευχηθούμε, ας προσευχηθούμε αλλά κι ας εργαστούμε, ώστε να αξιωθούμε κάποτε της μετοχής μας στην γιορτή του Χριστού.

Μια γιορτή, που δεν τελειώνει όταν τελειώνουν οι αργίες.