Υπαρξισμός και Απαισιοδοξία
12 Όκτ 10 - 12:31Η Σιμόν ντε Μποβουάρ δίνει με πολύ λίγα λόγια ένα εξαιρετικό παράδειγμα αρνητικής στάσης απέναντι στη ζωή. Η αρνητική στάση ζωής είναι ευρύτατα διαδεδομένη στις μέρες μας. Σκέφτηκα ότι αξίζει τον κόπο να την συζητήσουμε, φιλοσοφικά ή όπως αλλιώς.
Η απαισιοδοξία, ο πεσιμισμός, από το λατινικό pessimus (το χειρότερο), είναι μια κατάσταση πνεύματος, υπό την επήρεια της οποίας αντιλαμβανόμαστε αρνητικά τη ζωή, την ίδια την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι απαξιώνουμε την πραγματικότητα, όπως έκανε ο πιο διάσημος απαισιόδοξος στοχαστής, Άρθουρ Σοπενάουερ. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ εκφράζει στην εντέλεια αυτό που περιγράφω, σε ένα απόσπασμα του Pyrrhus and Cineas όπου γράφει:
“Μάταια κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και λέω την ιστορία μου, αλλά δεν μπορώ να συλλάβω τον εαυτό μου ως ολότητα, αυτό που βιώνω είναι το κενό που είναι ο εαυτός μου, αισθάνομαι ότι δεν είμαι”.
Στην αυτοβιογραφία της, The Prime of Life, η Σιμόν περιγράφει όμορφα ένα τσακωμό με τον Σαρτρ, στο Λονδίνο, το Πάσχα του 1933, πάνω στις διαφορετικές οπτικές τους πάνω στην πραγματικότητα. Η ίδια υποστήριζε ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από όλα όσα μπορούμε να πούμε γι’ αυτή και ότι καλά θα κάναμε, αντί να την περιορίζουμε σε σύμβολα, να την αντιμετωπίσουμε έτσι όπως είναι, γεμάτη αμφιβολίες και σύγχυση, παράξενη και απροσδιόριστη. Ο Σαρτρ της απάντησε ότι όποιος ήθελε, όπως οι δυο τους, να τακτοποιήσει τον κόσμο σε κάποιο προσωπικό σχήμα, θα πρέπει να κάνει κάτι παραπάνω από το να παρατηρεί και να αντιδρά. Θα χρειαστεί να “πιάσει” τη σημασία των φαινομένων και να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να τη γράψει. Όπως γράφει με χιούμορ στη συνέχεια, “... αυτό που έκανε σκέτη βλακεία τη διαφωνία μας ήταν το γεγονός ότι ο Σαρτρ, ύστερα από 12 μέρες επίσκεψη, ήταν ανίκανος να κατανοήσει το Λονδίνο και όποτε έδινε ένα ρεζουμέ αυτής της πόλης, παρέλειπε πολλές σημαντικές πλευρές της και δεν είχε καθόλου κάποια ολική εικόνα της πόλης”. Καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ο Σαρτρ έκανε λάθος.
Η θέση που εκφράζει η Σιμόν είναι καθαρός Υπαρξισμός, ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από την ικανότητά μας να την πιάσουμε. Ο Σαρτρ ήταν αρχι-Υπαρξιστής, οπότε η διαφωνία τους μοιάζει περίεργη. Η θέση της Σιμόν, ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από όλα όσα θα μπορούσαμε να πούμε γι’ αυτή, δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να ξαπλώσουμε ανάσκελα και να αναστενάζουμε και να καταριόμαστε την τύχη μας, ούτε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια να μιλήσουμε και να γράψουμε γι’ αυτή. Αλλά ούτε η θέση του Σαρτρ, ότι θα έπρεπε να ψάξουμε για τη σημασία των φαινομένων και να προσπαθήσουμε να τα προσδιορίσουμε με λέξεις, αναιρεί τη θέση της, ότι η πραγματικότητα είναι πάρα πολύ μεγάλη για να τη συλλάβουμε ως ολότητα.
Υπάρχει όμως αρνητικότητα και στις δύο θέσεις. Η Σιμόν, μπροστά στον καθρέφτη, αισθάνεται ότι το νόημα της ζωής της είναι ψευδαίσθηση, ο Σαρτρ πιστεύει ότι πρέπει να κάνει την προσπάθεια να βρει λέξεις για να καθορίσει την πραγματικότητα, αλλά αισθάνεται ότι αυτό που κάνει είναι κάτι σαν θυσία, μια μικρή βαρκούλα μέσα στον ωκεανό της ασημαντότητας που θα μας καταπιεί όλους.
Θυμάμαι καθαρά το φιλόλογο στο σχολείο να μας λέει ότι ο σκοπός της συνειδητότητας είναι να ρίχνει άπλετο φως στον αντικειμενικό κόσμο, στην πραγματικότητα. Όμορφη αναλογία που μας φέρνει στο νου το γεγονός ότι όποτε είμαστε χαρούμενοι, γεμάτοι ενέργεια και αισιόδοξοι, όλα όσα κοιτάμε, φαίνονται πολύ ενδιαφέροντα. Όλα καθίστανται αδιάφορα, μαραμένα, ανιαρά, όταν είμαστε κουρασμένοι ή κακοδιάθετοι. Σε περιπτώσεις μάλιστα εξάντλησης ή κατάθλιψης (και αυτά τα δύο μοιάζουν), η ίδια η ζωή μοιάζει μάταιη. Η Σιμόν δεν μπορεί να συλλάβει, να πιάσει, τον εαυτό της ως ολότητα, ως κάτι διαφορετικό από το κενό που υπάρχει μέσα της, αλλά ξέρουμε καλά ότι σε στιγμές χαράς, πληρότητας και αισιοδοξίας, μπορούμε να πιάσουμε τον εαυτό μας ως ολότητα, ως κάτι ολοζώντανο που θα πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά και θα την πιεί με το κουταλάκι...
Ο Μάσλοου μίλαγε περί εκστατικής εμπειρίας, ο Γκουρτζίεφ μιλούσε για αυτο-ενθύμιση, ανάμνηση του εαυτού, ο Χούσερλ έλεγε ότι η συνειδητότητα είναι σαν ένα βέλος που εκσφενδονίζεται με ορμή και καρφώνεται στον στόχο. Μου φαίνεται ότι οι υπεραπαισιόδοξοι Σαρτρ και Μποβουάρ κάνουν λάθος όταν προσπαθούν να μας περάσουν τη δική τους “κενή συνειδητότητα” ως τη συνηθισμένη, την κοινή ανθρώπινη συνειδητότητα. Απλά γενικεύουν τη δική τους απαισιοδοξία.
Το βέλος που εκτοξεύει η συνειδητότητα ενός ανθρώπου με αρνητική στάση απέναντι στη ζωή εκτοξεύεται από ένα μη-καλά τεντωμένο τόξο και δεν βρίσκει στόχο, πέφτει αδύναμα στα πόδια του τοξότη. Αν η συνειδητότητα είναι φως, τότε το βέλος της αντιληπτικότητας που πέφτει στα πόδια του τοξότη, δεν φωτίζει καλά την πραγματικότητα, την αφήνει στο μισοσκόταδο. Θα μπορούσαμε να πούμε εδώ ότι το θέμα της απαισιοδοξίας είναι θέμα οπτικής γωνίας, ας θυμηθούμε το παράδειγμα με το μισοάδειο ή μισογεμάτο ποτήρι.
Δεν υποστηρίζω καθόλου ότι η χαζοχαρούμενη διάθεση είναι ανώτερη της απαισιόδοξης, προσπαθώ να δείξω ότι ο Υπαρξισμός, ο διάδοχος του Ρομαντισμού, κάνει λάθος. Οι πρώτοι Ρομαντικοί ένιωσαν ότι οι στιγμές έκστασης μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια σύντομη, κλεφτή θα’ λεγα, ματιά σε κάποιο βαθύτερο νόημα, κάτω και πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά γύρω στο 1890, οι Ρομαντικοί έπεσαν στη βαθύτερη μελαγχολία, στην αυτο-λύπηση, αυτοκτονούσαν ή παραφρονούσαν. Είχαν στιγμές έκλαμψης, όπου έβλεπαν το νόημα της ζωής και αισθάνονταν απερίγραπτη χαρά, αλλά αυτές οι στιγμές δεν είχαν διάρκεια και σύντομα ξέπεφταν σε αυτό που ο Χάιντεγκερ όμορφα ονόμασε ασημαντότητα της καθημερινότητας και το οποίο είναι συνώνυμο της αρνητικότητας. Όταν η αντίληψή μας, που στην πραγματικότητα είναι ένας δυνατός προβολέας, δουλεύει μηχανικά, αυτόματα, χωρίς ενδιαφέρον, γιατί το ενδιαφέρον φορτίζει τον προβολέα, μετατρέπεται σε φλόγα κεριού που δυσκολεύεται να φωτίσει πέρα από τα τρία μέτρα και η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε είναι σκοτεινή και θολή, μαύρη και άραχνη.
Ο Χάιντεγκερ, πίστευε ότι ο άνθρωπος γνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του μόνο όταν αντιμετωπίζει το θάνατο ή μια μεγάλη συμφορά. Η ασημαντότητα της καθημερινότητας πλημμυρίζει τη ζωή μας και ακόμα και οι πιο έξυπνοι από μας βυθίζονται μέσα της ως τη στιγμή που μια κρίση θα τους σοκάρει και θα τους ξυπνήσει. Δεν αμφισβητώ ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, και κανείς δεν μπορεί. Συμβαίνει και αποτελεί τον κανόνα, ο νους μας υπνωτίζεται από το τετριμμένο, από την υπόθεση (θα μπορούσα να πω προκατάληψη) ότι η καθημερινή ζωή είναι κοινή, δηλαδή βαρετή και ανούσια, κοινότοπη, και ενσωματώνει αυτή την απαισιοδοξία στη διανοητική του στάση απέναντι στη ζωή. Είναι σα να φοράμε, αυτόματα, μηχανικά, ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά που μας δείχνουν πολύ πιο σκοτεινά τα πράγματα. Ο Χούσερλ, που κατά τα άλλα επηρέασε πολύ τον Σαρτρ, ο οποίος τον εκτιμούσε απεριόριστα και θεωρούσε δάσκαλό του, αναγνώρισε το εμπρόθετο της συνειδητότητας, ασχολιόμαστε μόνο με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν, αγνοώντας τα υπόλοιπα, και αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι η αντιληπτικότητά μας εξαρτάται από τη διανοητική μας στάση και βέβαια, από τη διάθεσή μας.
Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε να διαρκούν περισσότερο οι εκλάμψεις, οι στιγμές που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Αν η συνειδητότητα είναι εμπρόθετη, τότε η ευθύνη μας είναι μεγάλη αφού η αρνητικότητα ενισχύει τη λήθη του εαυτού μας. Οι εκστατικές εμπειρίες του Μάσλοου, οι στιγμές όπου γεμάτοι ενέργεια δεν μπορούμε να κρύψουμε τη χαρά και τον ενθουσιασμό μας, είναι σίγουρα στιγμές ολοικής ενθύμισης της ύπαρξης, ταυτόχρονη συναίσθηση του εαυτού, αλλά και του έξω κόσμου. Πώς γίνεται όμως και έχουμε την τάση να βλέπουμε συνήθως τα πράγματα περισσότερο μαύρα και λιγότερο λευκά;
Τελειώνοντας, θα πω ότι θα μπορούσα να βρω άλλο παράδειγμα απαισιόδοξης στάσης στη ζωή, ο Υπαρξισμός όμως ειδικά και η φιλοσοφία γενικότερα, μου δίνουν ένα αρκετά καλό πλαίσιο για να ξεκινήσει κάποια συζήτηση πάνω στη γενικευμένη αρνητικότητα των καιρών. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, με αυτή την τάση της να υποθέτει ότι η κενή συνειδητότητα που διαθέτει η ίδια σε στιγμές ναυτίας (Η Ναυτία, ένα περίφημο βιβλίο του Σαρτρ, που προσπαθεί να μας πείσει ότι η ναυτία είναι η φυσιολογική, η κανονική ανθρώπινη κατάσταση) είναι κάτι που μοιράζεται με όλους τους συνανθρώπους της, με έκανε να συνειδητοποιήσω ένα πολύ βασικό λάθος, δικό της, αλλά και των Υπαρξιστών γενικά. Θα επανέλθω σύντομα με ένα άρθρο για τον Σαρτρ και το έργο του, για να μπορέσω να θίξω περισσότερα ζητήματα, ο χώρος μας εδώ είναι περιορισμένος.
tags Άλλο, απαισιοδοξία, Ρομαντισμός, Υπαρξισμός, φιλοσοφία Φάκελος: ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
37 σχόλια, κάνε το δικό σου σχόλιο37 Σχολια
Πιο δημοφιλή
- Συνολικά
- Σήμερα
- Σχόλια
-
Σχόλια (133)
-
Σχόλια (106)
-
Σχόλια (99)
-
Σχόλια (2)
-
Σχόλια (0)
-
Σχόλια (55)
-
Σχόλια (0)
-
Σχόλια (2)
-
Σχόλια (72)
Τελευταία σχόλια
-
Αγαπητέ Αφώτιστε Φιλέλληνα, ενδιαφέρον το σχόλιό σου, αλλά δεν αντιστοιχεί στο σ...
-
ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΣΑΣ!
-
Αυτό λέω κι εγώ, jboy...
Τάκη, νομίζω πως εκείνοι που σκέπτονται σαν τον Σαρτρ και νιώθουν σαν την ντε Μποβουάρ δεν είναι τόσο λίγοι όσο φαίνονται. Βέβαια οι περισσότεροι είναι πιθανόν κάπως πιο αισιόδοξοι απ' αυτούς τους δύο, χωρίς αυτό ν' αλλάζει και πολύ την πραγματικότητα. Όλα τα στοιχεία για την περιγραφή και την ερμηνεία του κόσμου περιέχονται μέσα του (όπως εξάλλου και μεις οι ίδιοι). Παρ' όλ' αυτά, όσο αισιόδοξος ή απαισιόδοξος κι αν είναι κάποιος, το σίγουρο είναι πως δεν θα καταφέρει να συλλάβει τον κόσμο ως όλον. Η αντιμετώπιση της καθημερινής ζωής όμως, και τελικά της ύπαρξης, στηρίζεται μάλλον στην εκτίμηση της σημαντικότητας αυτού του γεγονότος παρά στο ίδιο το γεγονός. Νάσαι καλά που με ξεκολλάς!
Αχ, Τάκη, μ' έβαλες σε σκέψεις απογευματιάτικα, πάνω που ανέλυα τη κουραστικά μονότονη καθημερινότητά μου...
Αλέξανδρε, αυτή η μονοτονία, η τετριμμένη καθημερινότητα, όπου λειτουργούμε ως μηχανάκια, είναι ο χειρότερος εχθρός μας. Μας κάνει και λειτουργούμε σε αργούς, αυτόματους ρυθμούς, μας αποκοιμίζει, και το χειρότερο είναι ότι συνηθίζουμε να ζούμε έτσι.
Γεράσιμε, η μεγαλύτερη πίκρα είναι ότι πολλοί δεν μπορούν να κάνουν αυτό που θα ήθελαν και από αυτή την άποψη διαφέρουν από τον Σαρτρ και την Μποβουάρ που εκφράζουν ως γενική, μια εντελώς υποκειμενική αντίληψη, όπως προσπάθησα να δείξω εδώ, κάνοντας όμως αυτό που επιθυμούσαν, φιλοσοφία, θεωρία, δημοσιοποιώντας τις εργασίες τους και κάνοντας το κέφι τους. Οι Υπαρξιστές λένε το πολύ όμορφο: "ο άνθρωπος δεν είναι προσδιορίσιμος, αυτό σημαίνει πως στην αρχή, από τα πριν, δεν είναι τίποτα. Θα γίνει μετά και θα γίνει αυτό που θα φτιάξει ο ίδιος τον εαυτό του" (Σαρτρ: Ο Υπαρξισμός είναι Ανθρωπισμός, εκδ.Αρσενίδης, 1981), αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι φτιάχνονται, διαμορφώνονται, υπνωτίζονται, από πρόσωπα και καταστάσεις, από εξωτερικά πράγματα και όχι από εσωτερική ανάγκη. Κατά τα άλλα, σίγουρα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που σκέφτονται σαν τους Υπαρξιστές και βιώνουν στωικά μια πίκρα. Όπως έλεγε και ο Χέμινγουεϊ, "ένας άνθρωπος μπορεί να καταστραφεί, να αφανιστεί, αλλά όχι να νικηθεί". Κανείς δεν μπορεί να του πάρει τα πιστεύω του ή τα ιδανικά του. Πολύ ωραίο και ηρωικό. Τι γίνεται όμως με όσους δεν θέλουν ούτε να καταστραφούν, αλλά ούτε και να νικηθούν;
μιά προκαταρκτική ερώτηση: Γιατί όταν δεν μπορείς να αντιληφθείς τον εαυτό σου ως ολότητα "δεν είσαι"; Γιατί όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να αντιληφθείς την ολότητα των πραγμάτων, γίνεσαι απαισιόδοξος;
jboy, ο αρμόδιος να σου απαντήσει στην προκαταρκτική σου ερώτηση είναι η ίδια η Σιμόν που κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, δεν μπορεί να τον πιάσει ως ολότητα. Νομίζω ότι έχει συμβεί και σε άλλους... Δεν είπα ποτέ ότι όταν δεν μπορείς να δεις την ολότητα των πραγμάτων γίνεσαι απαισιόδοξος. Γίνεσαι απαισιόδοξος όταν κοιτάς αρνητικά τα πράγματα, γιατί αυτά που θα δεις θα είναι αρνητικά. Συνήθως κατηγορούμε τα πράγματα της ζωής, που είναι έτσι όπως είναι, και δεν αντιλαμβανόμαστε σε ποιο βαθμό ευθύνεται η προσωπική μας διάθεση.
Νομίζω ότι όλες οι σχετικές ιδέες και στάσεις (αρνητικές ή θετικές) γεννιούνται από την εγγενή αντίφαση της πραγματικότητάς μας ως θνητών: αφενός η ζωή είναι από μόνη της συναρπαστική περιπέτεια και εμπειρία που μας κόβει την ανάσα, αφετέρου γνωρίζουμε ότι τελειώνει, βιώνουμε τη φθορά της, η προοπτική μας είναι η ανυπαρξία. Πώς να μην πέφτουμε από τη χαρά στη θλίψη, από την πληρότητα στο κενό; Πολύ ακριβές σκέψεις Τάκη...
Alkis P., συνήθως ζούμε χωρίς να σκεφτόμαστε το θάνατο, λες και η ζωή μας είναι αιώνια. Αυτό δεν αναιρεί την ορθή παρατήρησή σου, αλλά νομίζω ότι η υιοθέτηση μιας αρνητικής στάσης ζωής, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά κάνει τα πράγματα κατά πολύ χειρότερα.
Οκ μετά τη διαφωτιστική απάντηση του Τάκη στο προκαταρκτικό ερώτημά μου (αστειεύομαι), σκέφτηκα μερικά πράγματα.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι αυτό που φέρνει απαισιοδοξία είναι η μονότονη καθημερινότητα. Δεν είναι θέμα άποψης αλλά παρατήρησης. Όλοι μας έχουμε δει ανθρώπους στο χωριό, που έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή εγκλωβισμένοι σε μία στενή κοινωνική νόρμα, μια αδιάκοπη καθημερινότητα, χωρίς ελπίδα για κάποια αλλαγή, χωρίς πλούτο... Και όμως το βλέμμα τους λάμπει και σου δίνουν την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είναι στα πόδια τους. Πώς γίνεται;
Κατ αρχάς να κάνουμε μία διάκριση: Η προσωρινή απαισιοδοξία μπορεί να είναι και δικαιολογημένη. Αν πώ εγώ πάμε αύριο βόλτα στην παραλία και μου πεις εσύ, μπα δε νομίζω να μπορέσουμε γιατί μάλλον θα βρέξει, αυτό είναι μια απαισιοδοξία που στηρίζεται σε κάποια δεδομένα που ανέλυσες και σε οδήγησαν σε ένα ρεαλιστικό κατά τη γνώμη σου συμπέρασμα.
Όμως η απαισιοδοξία σαν στάση ζωής διαφέρει. Θα μπορούσε κάποιος αφελώς να πει ότι αφού ανέλυσα τα πάντα γύρω μου συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, απέδειξα ότι η ζωή δεν έχει νόημα. Αυτό θα ήταν μια διαλεκτική διαδικασία που θα οδηγούσε σε μία απαισιόδοξη στάση ζωής. Όμως μπορεί να αποδείξει κάποιος ότι η ζωή δεν έχει νόημα; Δε νομίζω. Οδηγεί σε υπαρξιακό παράδοξο. Εν πάση περιπτώσει δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να ισχυρίζεται ότι απέδειξε κάτι τέτοιο.
Άρα η μόνη προσέγγιση που απομένει είναι ότι η απαισιόδοξη στάση ζωής οφείλεται σε εγγενείς παράγοντες της προσωπικότητας του ατόμου, που αγγίζουν την ψυχολογία του και τις βαθιές πεποιθήσεις του, δηλαδή τις σταθερές του υποσυνείδητου του.
Σε μία πρώτη προσέγγιση θα έλεγα ότι μια τέτοια χρόνια απαισιοδοξία σημαίνει ότι το άτομο έχει αντιφατικές σταθερές μέσα του, που το οδηγούν σε συνεχή αδιέξοδα. Να πω ένα παράδειγμα. Ας πούμε ότι κάποιος είναι ομοφυλόφιλος και έχει μεγαλώσει σε ένα συντηρητικό περιβάλλον. Να διευκρινίσω ότι και ο ίδιος έχει αποδεχτεί τις συντηρητικές αντιλήψεις που έχουν σχηματοποιήσει την προσωπικότητά του. Αυτό το άτομο μεγαλώνει με μία τεράστια εσωτερική αντίφαση. Τις ορμές του από τη μία, και τις πεποιθήσεις του από την άλλη. Έχει λοιπόν δύο χαρακτηριστικά: Πρώτον, δεν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και δεύτερον, δεν είναι φίλος με τον εαυτό του. Αυτοαντπαθείται. Δηλαδή, δεν έχει αυτοπεποίθηση. Γιατί; Πολύ απλά διότι ο εσωτερικός το κόσμος είναι αντιφατικός. Η εξίσωση δεν βγαίνει και άρα δεν έχει εμπιστοσύνη στην κρίση του. Πιστεύει ότι το μυαλό του δεν είναι ικανό να του δώσει λύσεις. Όταν δεν πιστεύεις την κρίση σου, αισθάνεσαι ότι δεν έχεις έλεγχο των τεκταινόμενων και άρα χάνεις τη ελπίδα ότι μπορείς να κάνεις κάτι για τον εαυτό σου ή για τους άλλους. Άρα αυτομάτως υιοθετείς μια απαισιόδοξη στάση ζωής. Και εδώ να επανέλθω στο παράδειγμα του χωριάτη που ζώντας σε μια βαρετή ασήμαντη καθημερινότητα, παρόλα αυτά είναι αισιόδοξος. Γιατί; Γιατί έχει αυτοπεποίθηση. Δηλαδή έχει εμπιστοσύνη στην κρίση του. Αυτό μοιάζει με το φλεγόμενο βέλος του Τάκη. Όταν έχεις εμπιστοσύνη στην κρίση σου, το βέλος έχει φως. Όταν δεν έχεις, το βέλος είναι σκοτεινό και πάει χαμένο.
Βέβαια το παραπάνω παράδειγμα του ομοφυλόφιλου είναι μόνο ένα από πολλά. Εσωτερικές αντιφάσεις μπορεί να έχει ένα παιδί από χωρισμένους γονείς που δυσκολεύεται να συσχετισθεί με άλλους ανθρώπους. Το έχω δει αυτό αρκετά. Άλλο παράδειγμα είναι αντιφατικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Και πάει λέγοντας.
Άρα –κατά τη γνώμη μου- η μόνιμη στάση απαισιοδοξίας οφείλεται στην αντίφαση μεταξύ βαθιών πεποιθήσεων και άλλων σταθερών του υποσυνείδητου, όπως η φύση του ανθρώπου ή κάτι άλλο που δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα. Άρα η δική μου συμβουλή είναι, αν κάποιος είναι συνεχώς απαισιόδοξος, πρώτα να προσπαθήσει να είναι όσο πιο ειλικρινής γίνεται με τον εαυτό του. Να αποδεχτεί τη φύση του και να συμφιλιωθεί με το πετσί του.
Jboy, δεν μπορείς να συμφωνήσεις πάνω στο ότι η μονότονη καθημερινότητα φέρνει απαισιοδοξία. Το παράδειγμα που φέρνεις με τους χαρούμενους κατοίκους του χωριού, είναι όμορφο και μας κάνει να σκεφτούμε τα πόσο πολλά χάνουμε ζώντας στην πόλη, αλλά σίγουρα δεν αναιρεί τα της μονότονης καθημερινότητας, οι κάτοικοι του χωριού κάνουν σαν τρελοί για τα πανηγύρια και τους χορούς, θέλουν κι αυτοί να ξεσκάσουν και να ξεχάσουν. Οι αυτοκτονίες και οι εγκλεισμοί σε ψυχιατρεία έχει αυξηθεί ραγδαία στην ελληνική ύπαιθρο από το 1990 και μετά, όταν η πολιτεία φρόντισε να μην υπάρξει άλλο Κωσταλέξι. Μπορούμε ίσως να συμφωνήσουμε πάνω στο ότι η απαισιοδοξία δεν πηγάζει μόνο από τη μονότονη καθημερινότητα, τη ρουτίνα, αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως αυτοί που με όμορφα παραδείγματα περιγράφεις, από ψυχολογικούς παράγοντες. Στόχος μου είναι να καταδείξω το πρόβλημα της απαισιοδοξίας στη φιλοσοφία, με παράδειγμα τον Υπαρξισμό, που είναι και χρονικά πιο κοντά μας και να υπογραμμίσω τα λάθη του. Έχω την εντύπωση ότι αυτή τη φορά η ανάλυσή σου – ειδικά με το παράδειγμα του φωτεινού βέλους- συμβαδίζει και συμπληρώνει τη δική μου.
Ίσως θα ήταν καλύτερα να έλεγα ότι η μονότονη καθημερινότητα, το περίμενε στην ουρά, στη στάση, στην τράπεζα, στο σούπερ μάρκετ, στο μποτιλιάρισμα, στην ώρα που χάνεις ψάχνοντας να βρεις να παρκάρεις, και σε όλα τα άλλα, να μας διαποτίζει με αρνητικότητα. Η αρνητική διάθεση όμως πολύ συχνά οδηγεί στην απαισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή, όλοι βλάκες και κόπανοι είναι, όλοι οι πολιτικοί πουλημένοι και ανάξιοι, οι δημοσιογράφοι κοροϊδεύουν τον κοσμάκη, τα πράγματα πάνε χάλια, γιατί να κάνω τον κόπο να κάνω κάτι; Ανοίγω την TV μου και τη βγάζω με εικόνες... σήμερα μάλιστα έχει και Champions League.
Χαίρομαι που σου αρέσει να μιλάς με παραδείγματα, το έχω κι εγώ αυτό το "κουσούρι" και έχω κατηγορηθεί πολλές φορές γι' αυτό. Εμένα μου φαίνεται ότι το παράδειγμα, το καλό, πάντα βοηθάει στο να δώσω στον άλλο να καταλάβει καλύτερα τι ακριβώς εννοώ, είναι σαν να κάνω ένα σκιτσάκι.
Τάκη καλημέρα. Πιστεύω ότι στις μέρες μας απέχουμε έτη φωτός από τον ρομαντισμό και τον υπαρξισμό. Σήμερα κυριαρχεί μια καθολικά χαζοχαρούμενη (όπως ανέφερες και εσύ σε κάποιο σημείο) διάθεση.
Το αποτέλεσμα αυτής της χαζοχαρούμενης διάθεσης τύπου big brother, είναι η γενικευμένη κοινωνική αφασία που αποξενώνει, απομονώνει και θλίβει επί της ουσίας τα άτομα.
Αν τα άτομα δεν μπορούν - σαν να ήταν λοβοτομημένα- να αισθανθούν που και που αυθεντικά αισθήματα λύπης, αλλά αντίθετα προσποιούνται συνέχεια μια χαζοχαρά που δεν την έχουν πάντοτε μέσα τους, οδηγούμαστε σε συνολικά αδιέξοδα.
Επίσης νομίζω ότι όταν υπάρχει ένας κοινωνικός (ή άλλου είδους) σκοπός, μέρος του οποίου αισθάνεται κάποιος ότι είναι και ο ίδιος, τότε το άτομο εκτονώνει πολλά πράγματα που είναι μέσα του και ταυτόχρονα εκτρέπει τις υπαρξιακές του αγωνίες προς αυτόν τον σκοπό.
Κάποιοι βρίσκουν ένα τέτοιο σκοπό στην επιχειρηματικότητα, κάποιοι άλλοι στους κοινωνικούς αγώνες ή την πολιτική κτλ.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αισιόδοξος. Επειδή η αισιοδοξία σε βάθος χρόνου διαθλάται και χάνεται, τίποτε δεν υπάρχει εκεί για να τη δικαιολογήσει. Ο αισιόδοξος είναι ένας χαριτωμένος αφελής που τραγουδά εκείνο το τραγουδάκι στην τελευταία σκηνή της ταινίας "Ένας προφήτης, μα τι προφήτης" μαζί με τους Μόντι Πάιθονς.
Ο απαισιόδοξος πάλι που βλέπει παντού την καταχνιά και ολοφύρεται, καλά θα κάνει να πάει να τον δει ο γιατρός του.
Η φυσική στάση ζωής είναι η ζωική, όπως ο χωρικός που αναφέρει ο jboy και όπως το ζώο που ζει ελεύθερο στη φύση. Κατά πόσο μπορεί ο σκεπτόμενος άνθρωπος να το πετύχει, είναι άλλο θέμα.
Να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια Καίτη, εγώ είμαι αισιόδοξος και μάλιστα πολύ. Όχι για κάτι συγκεκριμένο. Έτσι γενικά.
Γεια σου Καίτη, υποθέτω ότι γράφω για τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Για μένα η αισιοδοξία πηγάζει από το απίθανο γεγονός ότι ζω, είμαι εδώ και ότι μπορώ, άμα προσπαθήσω συνειδητά, να πετύχω κάποια πράγματα και να αλλάξω κάποια άλλα που δεν μου αρέσουν. Οι Μόντι Πάιθονς, ήταν μια απένταρη παρέα φοιτητών που δούλεψαν το χιούμορ τους, αυτό που τους άρεσε περισσότερο, και κέρδισαν δόξα και χρήμα. Δεν μπορώ να πω ότι δεν το άξιζαν, μπορώ να πω ότι ήταν αισιόδοξοι και ότι καλά έκαναν. Μου φαίνεται ότι ο χωρικός, του Jboy, χωρίς υψηλό προβληματισμό ή στόχους ή διάθεση για την αναζήτηση της αλήθειας, είναι συχνά εξίσου αφελής και ανούσιος όσο και ο χαζοχαρούμενος αφελής που τραγουδάει... Αν δεν σκεφτώ ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, ότι πολλά και σημαντικά θα αλλάξουν, ότι θα βελτιώσω τον εαυτό μου και ότι θα εξελιχθώ, καλύτερα να αυτοκτονήσω μια ώρα γρηγορότερα για να ξεμπερδεύω. Η αισιοδοξία, όπως και η απαισιοδοξία, είναι στάση ζωής και δεν διαθλάται και χάνεται σε βάθος χρόνου. Δεν έχω βρει κάποια θεωρία αισιοδοξίας, από την εποχή του Νίτσε, αλλά κι αυτός τρελάθηκε και δεν μπόρεσε να την υπερασπιστεί ή να την αναπτύξει περισσότερο, προσπαθώ να δείξω τον παραλογισμό μερικών θεωριών που περνιούνται για μεγάλες αλήθειες. Κατά τα άλλα, αν ο ισχυρισμός σου είναι σωστός, τότε δεν είμαι σοβαρός άνθρωπος, χε, χε.
Τάκη,
Νομίζω ότι τόσο η Σιμόν όσο καί ο Ζαν-Πώλ εκφράζουν τό ίδιο πράγμα. Δηλαδή τήν απομάκρυνση τού ανθρώπου από τήν υπόλοιπη φύση, τήν απομάκρυνση από τήν «πραγματικότητα». Έχουμε ξαναπεί νομίζω, μέ τήν ευκαιρία άλλων post, ότι ο άνθρωπος προσδιορίζεται ως «άνθρωπος», μέ τήν ψυχική έννοια τού όρου, από τή στιγμή πού ο εγκεφαλός του έκανε τό τεράστιο εξελικτικό άλμα καί απέκτησε τήν ικανότητα νά διαχωρίζει τό άτομο από τό περιβάλλον. Από τότε απέκτησε «ιστορία» καί από τότε απέκτησε τή δυνατότητα να προβλέπει τό μέλλον, δηλαδή νά προβλέπει τό θάνατό του. Από τότε απέκτησε «εγώ». Εγώ είμαι αυτός που γεννήθηκα εκεί καί τότε ,πού έκανα αυτό καί τό άλλο, που σχεδιάζω νά κάνω εκείνο καί που δυστυχώς ξέρω ότι κάποτε θά πεθάνω. Εσύ είσαι κάτι άλλο. Ότι βρίσκεται γύρω μου είναι κάτι άλλο. Είναι τό περιβάλλον.
Τό εξελικτικό άλμα ήταν τεράστιο, αλλά όμως είχε καί τίς παρενέργειές του. Ποιές είναι αυτές; Αισθανόμαστε ότι είμαστε έξω, ότι δέν ανήκουμε στήν πραγματικότητα. Θέλουμε νά καταλάβουμε τήν «πραγματικότητα» γιά νά τήν ελέγξουμε αλλά δέν μπορούμε. Θέλουμε νά κάνουμε τόν κόσμο ανθρώπινο. Νά τόν αλλάξουμε, αλλά δέν μπορούμε. Θέλουμε νά γίνουμε Θεοί (ας θυμηθούμε τήν προτροπή: κατ’ εικόνα καί ομοίωση) αλλά δέν μπορούμε. Θέλουμε νά γίνουμε αθάνατοι αλλά δέν μπορούμε. Περιβαλλόμαστε από κάτι πού είναι συντριπτικά ισχυρότερο από μάς καί αυτό μάς δημιουργεί άγχος. Φοβόμαστε. Αισθανόμαστε ένα κενό μέσα μας. Αισθανόμαστε μετέωροι. «Μάταια κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και λέω την ιστορία μου, αλλά δεν μπορώ να συλλάβω τον εαυτό μου ως ολότητα, αυτό που βιώνω είναι το κενό που είναι ο εαυτός μου, αισθάνομαι ότι δεν είμαι». Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τό πιό δυνατό από τά εργαλεία πού έχουμε στή διάθεσή μας, τή γλώσσα ελπίζοντας νά καταλάβουμε. Νά «“πιάσουμε” τη σημασία των φαινομένων και να βρούμε τις κατάλληλες λέξεις για να τη γράψουμε» αλλά ... Μερικές φορές αρνούμαστε τήν ύπαρξη τού έξω κόσμου καί ομφαλοσκοπούμε υποστηρίζοντας ότι δέν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τόν εαυτό μας. Εκτός από τίς «ιδέες» πού γεννάει ο εγκέφαλός μας. Ο έξω κόσμος όμως είναι εδώ. Η φύση είναι εδώ δυνατή καί κυρίαρχη. Ότι καί νά κάνουμε δέν μπορούμε νά τής ξεφύγουμε. Δέν μπορούμε νά τήν «εξανθρωπίσουμε» καί αυτό όταν τό συνειδητοποιούμε θλιβόμαστε. Άλλες φορές πάλι όταν τό ξεχνάμε, αισθανόμαστε όμορφα ή άκόμα καί «παντοδύναμοι» άν έχει προηγηθεί κάποια «επιτυχία» μας. Γρήγορα όμως ξαναπροσγειωνόμαστε στήν πραγματικότητα καί ένας καινούργιος κύκλος θλίψης – χαράς ξεκινάει. Όταν δέ χαθεί τό μέτρο, αυτός ο κύκλος θλίψης – χαράς, πού είναι φυσιολογικός, μετατρέπεται στόν κύκλο κατάθλιψης – μανίας, πού είναι παθολογικός.
Καί λοιπόν τί γίνεται; Όλη η ψυχική ζωή μας τελικά θά είναι ένα άθροισμα τέτοιων κύκλων; Δέν υπάρχει διαφυγή; Η απάντηση είναι υπάρχει. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε καί εμείς μέρος τής φύσης καί νά ξανασχεδιάσουμε τή ζωή μας με βάση αυτή τή γνώση. Νά ξαναγυρίσουμε στόν «παράδεισο» από τόν οποίο «φύγαμε» όταν κάναμε τό εξελικτικό άλμα. Αν τό κάνουμε αυτό θα διαπιστώσουμε ότι στή ζωή δέν υπάρχουν «τετριμένα» καί «εξαιρετικά». Ή νά τό πούμε καί αλλιώς. Τα «τετριμένα» είναι όλη η ζωή. Τά «εξαιρετικά» είναι στιγμές. Τί κάνουμε λοιπόν τώρα; Περιμένοντας τά «εξαιρετικά» μικραίνουμε απελπιστικά τήν ήδη μικρή ζωή μας. Καί όταν τό συνειδητοποιούμε αυτό, σέ κάποια πιό προχωρημένη ηλικία, τότε έρχεται η κατάθλιψη, δηλαδή η υπερβολική αυτολύπηση, γιά νά «φάει» καί τήν υπόλοιπη ζωή μας. Τί νά κάνουμε λοιπόν; Νά δώσουμε προσοχή στά «τετριμένα». Νά συνειδητοποιούμε κάθε φορά τί κάνουμε καί γιατί τό κάνουμε. Νά μήν απαξιώνουμε τίς «εντροπικές» λεγόμενες δραστηριότητες. Τίς δραστηριότητες δήλαδή, πού έχουν ένα πιό προσωρινό αποτέλεσμα. Ένα παράδειγμα τέτοιας δραστηριότητας είναι τό καθημερινό μαγείρεμα. Ο άνθρωπος στήν αγωνία του απέναντι στό προσωρινό, απέναντι στόν θάνατο, θεωρεί άξιο ότι έχει διάρκεια. Ότι είναι «αθάνατο». Από δώ καί η επιδίωξη γιά υστεροφημία. Ότι δέν έχει μεγάλη διάρκεια τό απαξιώνει. Κι όμως τό προσωρινό είναι η πραγματικότητα τελικά. «Τά πάντα ρεί». Αν δεί κανείς έτσι τά πράγματα, τότε θα διαπιστώσει ότι τά «τετριμένα» δέν είναι καί τόσο τετριμένα. Ότι η κάθε μέρα είναι κάτι τό διαφορετικό από τήν προηγούμενη. Ότι τό παρόν έχει αξία, γιατί τό παρόν είναι η ζωή. Τό παρόν, όπως κι άν έρχεται αξίζει τήν προσοχή μας.
Θανάση, μου θύμισες με το σχόλιό σου, κάτι που διάβαζα πρόσφατα, ο Σαρτρ δεν δέχεται την ανθρώπινη φύση με την έννοια ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση στην οποία μπορεί να πιστέψει! Δεν είχα σκεφτεί αυτά που γράφεις για απομάκρυνση των Υπαρξιστών από την πραγματικότητα, οι ίδιοι δεν θα το δέχονταν βέβαια ποτέ, αλλά ήταν πολύ ενδιαφέρον να το σκεφτώ έτσι. Σε ευχαριστώ πολύ για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυσή σου ειδικά πάνω στο ότι δεν υπάρχουν "τετριμμένα" και "εξαιρετικά", αλλά όλα είναι ζωή, με τα πάνω της και τα κάτω της.
Γεια σου Τάκη,
να πω ότι μου άρεσε η ανάλυσή σου περί υπαρξισμού, το θέμα από μόνο του έχει ενδιαφέρον. Από τη μία έχουμε το φιλοσοφικό περιεχόμενο των αναλύσεων του Σάρτρ και της φίλης του Σιμόν, από την άλλη έχουμε και τον ιστορικό και κοινωνικό περίγυρο αυτών των ανθρώπων που ίσως είναι εξίσου σημαντικός.
Ως προς το παράδειγμά μου του χωριού, να πω ότι, παρ ότι συμφωνώ μαζί σου ότι ζούν κοντά στη φύση, που αυτό από μόνο του βοηθάει στο να έχεις μια πιο θετική στάση ζωής, το κύριο δεν ήταν αυτό. Γιατί αν δούμε τη ζωή ενός αγρότη, είναι μονότονη. Βλέπει συνέχεια τους ίδιους και τους ίδιους, κάθε μέρα στο ίδιο καφενείο, υπάρχει η συνθλιπτική κοινωνική νόρμα του χωριού. Και όμως, τουλάχιστον πιο παλιά, έβλεπες το μάτι τους και γυάλιζε. Το ότι τώρα μπορεί να άλλαξε αυτό, δεν αναιρεί το αρχικό. Ότι δηλαδή δεν είναι η καθημερινότητα που δημιουργεί την εγγενή απαισιοδοξία. Και ο άνθρωπος της πόλης μπορεί να διασκεδάσει μιά χαρά. Συμφωνώ ότι η κίνηση, οι ουρές και οι άλλες ταλαιπωρίες (που παρεμπιπτόντως πολλές φορές έχουν να κάνουν με το δημόσιο) μπορεί να δημιουργήσουν άρνηση και απογοήτευση σε ορισμένους. Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό οδηγεί σε ψυχωτική απαισιοδοξία τύπου Σάρτρ. Απλώς θέλω να κάνω αυτό το διαχωρισμό: Άλλο νεύρα και απογοήτευση από μία φορτισμένη καθημερινότητα και άλλο εγγενής και βαθιά απαισιοδοξία υπαρξιακού τύπου. Σ' αυτή δεν αναφερόσουν;
Ευχαριστώ που έβαλες και πάλι ένα ενδιαφέρον θέμα και μας κάνεις να σκεφτόμαστε.
Jboy, μου ξέφυγε αυτό το σχόλιό σου και απαντώ καθυστερημένα. Είναι σωστό να λέμε ότι η καθημερινότητα με τη ρουτίνα της δεν γεννά την εγγενή απαισιοδοξία. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οι Υπαρξιστές, σύσσωμοι, διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στη ρουτίνα της καθημερινότητας και την παθητικότητα και αποβλάκωση όπου αυτή οδηγεί. Τη βασική αυτή αντίδρασή τους -υγιή κατά τη γνώμη μου- έσπρωξαν μάλιστα στα άκρα οι Situationnistes. Είναι απορίας άξιο το πώς ξέπεσαν σε βαθιά απαισιοδοξία, κυριολεκτικά υπαρξιακού τύπου, όπως την χαρακτηρίζεις. Ίσως να μην είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε αν σκεφτούμε ότι έκαναν αυτό που συχνά κάνουμε όλοι, γενικές φιλοσοφικές κρίσεις, που υποτίθεται ότι ισχύουν για όλους και για όλα, σε στιγμές μεγάλης έντασης και εσωτερικής αγωνίας.
Γεια σου Greek Rider, μας έλειψες εδώ και χαιρόμαστε που σε ξαναβλέπουμε.
Πλάκα έχει, από μια άποψη θα μπορούσε κανείς να πει (και μερικοί το λένε) ότι οι ρομαντικοί έχουν γίνει χιλιάδες στις μέρες μας. Οι οπαδοί των Ramstein που εκστασιάστηκαν με την παράστασή τους φέτος το καλοκαίρι, οι φιλότεχνοι, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι κάθε λογής δυσαρεστημένοι, οι blogger, κλπ...
Αλλά εννοείς κάτι άλλο, σίγουρα δεν υπάρχουν άτομα που να φιλοσοφούν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θέλεις να δείξεις τη γενικευμένη κοινωνική αφασία που βασιλεύει γύρω μας. Δεν βασιλεύει η οικονομική κρίση, βασιλεύει η γενικευμένη κοινωνική αφασία (και θα μπορούσαμε να την προσδιορίσουμε με πολλούς τρόπους)η οποία, προφανώς, οδήγησε και σε αυτή την οικονομική κρίση.
Η διάθεσή μου να μιλήσω για Υπαρξιστές και Ρομαντικούς έγκειται στο ότι στους Γκαίτε,Σίλερ, Νοβάλις, στον Σέλλευ και στον Κήτς, στον Ουγκώ και στον Βερλαίν, βρίσκουμε παντού μαρτυρίες για στιγμές έκστασης, για στιγμές ενόρασης, για στιγμές αυτό-ενθύμισης, για στιγμές μεγάλου high, στιγμές που αργότερα, ο μαθητής του Φρόυντ Μάσλοου, περιέγραψε ως εκστατικές εμπειρίες και μάλιστα έδειξε, με πολύχρονα πειράματα και άπειρα συγγράμματα ότι συμβαίνουν συνέχεια σε πολλούς ανθρώπους. Οι Ρομαντικοί και οι Υπαρξιστές κατάφεραν και πέταξαν αρκετά ψηλά ώστε να δουν μακρινούς και θαυμάσιους ορίζοντες, αλλά δεν είχαν τον τρόπο να διατηρηθούν ψηλά, έπεφταν από τα ύψη και έτρωγαν τα μούτρα τους. Πώς θα μπορούσαμε να κρατηθούμε ψηλά; Όταν ενθουσιαζόμαστε με κάτι, πετάμε. Όταν ερωτευόμαστε, και πάλι πετάμε. Κάτι εξωτερικό πρέπει να γίνεται για να πετάμε. Αλλά αυτό το λέω παρεμπιπτόντως. Μερικά εξωτερικά είναι πολύ καλά, η συνεργασία με άλλους, η επικοινωνία, η συναδέλφωση... Συμφωνώ με αυτό που λες περί κοινωνικού σκοπού και σίγουρα θα συμφωνούσε κι ο Σαρτρ. Τι γίνεται όμως για τα άτομα που δεν μπορούν να βρουν ένα κοινωνικό σκοπό, μια οργάνωση, μια παράταξη, ένα κόμμα; Προσωπικά γνωρίζω αρκετά τέτοια άτομα. Μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ανένταχτα, περιθωριακά, Outsiders, όπως θέλουμε, αλλά υπάρχουν. Η άλλη παρατήρηση είναι ότι αν το άτομο εκτρέπει τις υπαρξιακές του αγωνίες γιατί έχει ένα μεγάλο σκοπό, είναι ας πούμε κομμουνιστής αγωνιστής την περίοδο του Εμφυλίου, οι υπαρξιακές του αγωνίες δεν εξαφανίζονται, απλά, εκείνη τη στιγμή δεν τις ακούει. Θα επιστρέψουν και θα τον τιμωρήσουν.
Ακόμα κι αν συνήθως δεν περιφερόμαστε χλωμοί, γκρίζοι και κατατονικοί, σαρτρικοί Roquentins, στους νυχτερινούς δρόμους των όπου νάναι εφιαλτικών μεγαλουπόλεων γυρίζοντας τα βράδια από τη δουλειά μας, υπάρχει λόγος να δικαιολογήσουμε τους υπαρξιστές για την ανατροπή που επέφεραν για λίγο στην ανθρώπινη αποχαύνωση: αφού τακτοποιηθήκαμε μέσα στην ασφάλεια του ορθολογισμού και της αντικειμενικότητας, αφού πετάξαμε μαζί με τα νερά της κάθε μεταφυσικής κι οντολογίας και το μωρό και τη λεκάνη μαζί της υπέρβασης, αφού μοιράσαμε δυναμικά τους ρόλους, τις μάσκες και τα κοινωνικά κουστούμια μας, ήτανε ώρα να ασχοληθεί κάποιος και με την τάση για εμετό, που μας βασάνιζε κρυφά κι ανομολόγητα, μόλις ξαπλώσαμε στον καναπέ του επικυρίαρχου παντογνώστη.
Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ ήταν ένα ελεύθερο, αστικό ζευγάρι, που πήγε λίγο παραπέρα το πρόβλημα των εαυτών μας στις σχέσεις τους με τους "άλλους": μίλησαν για την "κόλαση" των άλλων και το "αίμα" των άλλων.
Μίλησαν γι αυτά που "δεν είναι αυτά που είναι, και είναι αυτά που δεν είναι". Μίλησαν για την αγωνία που μας κυριεύει, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε τα ψέμματα της συνείδησης μας, αφού η συνείδηση μας γεμίζει με τις εικόνες των "άλλων" για μας, κι αυτό που όντως είμαστε εμείς δεν είναι παρά η κενότητα, η απουσία, μια σκέτη σκόρπια ύπαρξη που φέρνει το μηδέν στον κόσμο, αφού δεν "είναι" παρά "αλλού" από εμάς ψάχνοντας "να γίνει" κάτι που να έχει νόημα.
Και καταλάβαμε ότι είμαστε καταδικασμένοι να φτιάξουμε το νόημα μας, τον εαυτό μας, τη ζωή μας, αφού η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, είτε βουτώντας μέσα στο μηδέν κι αρχίζοντας να "κάνουμε" έναν αυθεντικό εαυτό με ελεύθερες μόνο τις δυνατότητες επιλογής των συμβολαίων μας με τους "άλλους" (ως κόλαση), είτε σκανάροντας ξένες ζωές, ιδέες, πράξεις και θυσίες (ως αίμα), που τις τυπώνουμε μετά ως αυθεντικές και φτιάχνουμε και πλασάρουμε νέο κουστουμάκι εαυτού, και πορευόμαστε.
Αλλά προς τι και όλο αυτό, αν λίγο μας φύγει η ματιά προς Χάιντεγκερ μεριά κι ακούσουμε τα τρις χειρότερα (και έρχονται στο καπάκι κι οι Pink Floyd να τον επιβεβαιώσουν) πως, ναι εργαλεία, σφυριά είμαστε, κι ότι εν τέλει δεν είμαστε ούτε εμείς καλά, ούτε κι αυτοί(οι "άλλοι") καλύτερα.
Αλλά δεν φέρνουν ευτυχία αυτές οι σκέψεις (ο Αριστοτέλης δεν τάχε πει για τη μελαγχολία όσων σκέφτονται πολύ;), φέρνουνε μια αμηχανία στον άνθρωπο, μια κρύα ξινίλα, σαν αυτή που αφήνει στα χαρακτηριστικά μας μόλις σβήσει ένα βιασμένο, ψεύτικο χαμόγελο.
Δεν ξέρω αν έφερε κάποιο φως μέσα στο χάος μας, πάντως το αστικό ζευγάρι εύρισκε πάντα τρόπους να χαίρεται την ύπαρξη του, έστω και διαφορετικούς καθένας τους: ο φλογερός Σαρτρ με τις γραφές και τις παρέες του, η φίνα ντε Μπωβουάρ με τα καταχερίσματα πού'σουρνε στις γυναίκες, πάντως τα καφενεία της εποχής στέναξαν στο Παρίσι, στενάξαμε κι εμείς στα νιάτα μας υπερασπίζοντάς τους με τις ατέλειωτες κουβέντες μας για αυθεντικότητα κι υπέρβαση, αλλά μετά ήρθαν και άλλοι "άλλοι", κι άλλοι, και βλέπαμε που πήγαιναν οι ζωές μας μπροστά από μόνες τους.
Μέχρι που μεγαλώσαμε.
Τώρα καμιά φορά σκέφτομαι τον Καμύ.
Όχι στον "Ξένο", στην "Πανούκλα".
Αισιόδοξη στάση ζωής μέσα σε ένα παράλογο.
Αλλά (σ)το τέλος, Τάκη;
@fallacy, έχω μία διαίσθηση ότι και το ίδιο το ζεύγος έπεσε στην παγίδα του εταιροπροσδιορισμού. Μέσα στο βασικό μοντέλο του "τίποτα" κρύβεται κατά βάθος μια μεταφυσική απόπειρα διαχωρισμού ψυχής από το σώμα. Που στην ουσία αντικατοπτρίζει την χριστιανική ηθική. Ενώ η συγκεκριμένη νοοτροπία είναι καλή στο να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τα κουστουμάκια που φοράμε, εκεί που προσκρούει με το νόμο της βαρύτητας είναι όταν πάνω στην προσπάθεια αφαίρεσης του κουστουμιού, αφαιρέσουμε και τη φύση μας. Για να το πω αλλιώς, δεν φοράμε μόνο τα κουστούμια που μας φόρεσε η κοινωνία, αλλά και αυτά με τα οποία γεννηθήκαμε.
Αν προσπαθήσουμε να αφαιρέσουμε όλα τα κουστούμια αδιακρίτως, μένει ένα πραγματικό τίποτα γιατί το νόημα της ζωής βρίσκεται ακριβώς εκεί: Στη φύση μας.
Αυτό που είπα και πριν είναι ότι όταν το επίκτητο κουστούμι των πεποιθήσεών μας προσκρούει με το κουστούμι της φύσης μας, τότε αυτή η εσωτερική αντιφατικότητα οδηγεί σε εσωτερικό αδιέξοδο, σε απώλεια της αυτοπεποίθησης, του αυτοσεβασμού και εν τέλει σε χρόνια απαισιοδοξία.
Τάκη, μόνο σοβαροί άνθρωποι ασχολούνται με θέματα όπως αυτά που δημοσιεύεις. Είναι υγιής αισιοδοξία να ελπίζει κανείς ότι θα αυτοβελτιωθεί ή ότι θα βοηθήσει για να γίνει καλύτερος ο κόσμος. Αλλά αυτή η χαδιάρικη, ανέμελη, κουτή αισιοδοξία που εκπέμπεται γενικώς γύρω μας, όταν ξέρουμε ότι
το σκοτάδι καιροφυλακτεί και στο τέλος θα επικρατήσει (γίνομαι κατανοητή;) αυτή είναι εκτός τόπου και αυτήν σατίριζαν οι Μόντι Πάιθον. Θυμήσου τη σκηνή: Ο Brian και οι άλλοι βρίσκονται στο σταυρό και τραγουδούν αισιόδοξα: Always look on the bright side of life.
jboy, κάνεις καλά. Από το να είναι κανείς μουτρωμένος και σκουντούφλης, καλύτερα να είναι χαμογελαστός. Όσο η ζωή τού χαμογελά κι αυτή βέβαια.
Καίτη, πρέπει να το ποστάρω αυτό το βιντεάκι που μας θύμισες, έχει πολύ πλάκα. Νομίζω ότι εδώ οι Βρετανοί Monty Pythons έχουν στο μυαλό τους, και γελοιοποιούν όμορφα, την αμερικανική αντίληψη περί ευτυχίας (με τα αστραφτερά αυτοκίνητα, τα κατάλευκα δόντια, τη φιγούρα, την πόζα και την απέραντη κενότητα).
Εδώ το Always look on the bright side of life:
http://www.youtube.com/watch?v=1loyjm4SOa0
Καίτη, πιστεύω ότι η εγγενής αισιοδοξία δεν σχετίζεται με τις εξωτερικές συνθήκες αλλά με την θεμελιώδη πίστη ότι "ό,τι και να γίνει κάτι θα κάνω και θα τη βγάλω". Ή ότι "μπορούν να μου τα αφαιρέσουν όλα εκτός από τον εαυτό μου. Οπότε δεν έχασα και πολλά". Έχω περάσει από κακές φάσεις στη ζωή μου, έχω σκοντάψει και ξανασηκώθηκα. Και θα το ξανακάνω όσες φορές χρειαστεί. Από την άλλη, το αν τώρα η ζωή μου χαμογελάει έχει πολύ μεγάλη σχέση με τις επιλογές που έκανα στο παρελθόν για να ξεφύγω από τη μονότονη καθημερινότητα. Που οι επιλογές αυτές σχετίζονται με την αισιόδοξη πεποίθηση που είπα πριν ότι "δεν έχω να χάσω και τίποτα αφού στο τέλος πάλι θα έχω τον εαυτό μου". Αυτή η στάση σε κάνει να παίρνεις ρίσκα και να κάνεις απόπειρες απόδρασης από την καθημερινότητα.
Δεν τα λέω για να περιαυτολογήσω αλλά για να περιγράψω τι είναι αυτό που πιστεύω ότι δημιουργεί την αισιόδοξη στάση ζωής. Που είναι άσχετη με την περιστασιακή αισιοδοξία ή απαισιοδοξία που έχει κανείς για συγκεκριμένα πράγματα.
Και για να το πω λίγο καλλίτερα: Ξέρεις τι με απασχολεί αυτή τη στιγμή; Ότι δεν μου φτάνει η ζωή για να κάνω όλα όσα θέλω να κάνω. Παράτησα πράγματα που θα ήθελα πολύ να κάνω και δεν προλαβαίνω γιατί κάνω άλλα που και αυτά θέλω να κάνω. Σε διαβεβαιώ, ότι αν μπορούσα να ζήσω 200 χρόνια, θα τα έκανα ΟΛΑ. Γι αυτό, με αφορμή το ωραίο άρθρο του Τάκη, προσπαθώ να περάσω το μήνυμα ότι όλα είναι μέσα στο κεφάλι μας. Η ενέργεια της ζωής είναι έμφυτη. Όταν ξυπνάμε και είμαστε απαισιόδοξοι, αυτό σημαίνει ότι κάτι μας έχει μπει στο κεφάλι, σε μεγάλο βάθος που επισκιάζει αυτή την ενέργεια.
Σαν πρακτικός άνθρωπος, που δεν αρέσκεται να φιλοσοφεί χάριν φιλοσοφίας, δεν καταλαβαίνω τους προβληματικούς τύπους σαν τους αναφερόμενους στο άρθρο σου Τάκη, που βαπτίζουν Υπαρξισμό την παντελή ανικανότητά τους να αντλήσουν χαρά από τη ζωή.
Είναι καλό να θυμόμαστε συχνότερα ένα νόμο της φύσης... Εάν σπέρνουμε γαϊδουράγκαθα, δεν υπάρχει περίπτωση να θερίσουμε σιτάρι! Και φίλοι μου, η αλήθεια είναι ότι σπέρνουμε κάθε στιγμή, με τα λόγια, τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Σπέρνουμε λοιπόν αυτά που θέλουμε να θερίσουμε, ή όχι; Και μετά μας φταίει ο κόσμος και η άτιμη η καινωνία που "άλλους τους ανεβάζει στα ουράνια και άλλους τους θάβει στα τάρταρα". Μόνο που μόνοι μας πατάμε το κουμπί του ανελκυστήρα, κανείς άλλος - εκτός εάν εμείς του(ς) παραχωρούμε το δικαίωμα αυτό. Και δυστυχώς το κάνουμε πολύ συχνά.
Γιώργο Κ., θερίζουμε αυτά που σπέρνουμε στη ζωή, αλλά και στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία του Υπαρξισμού, που στην εποχή της συγκίνησε πολύ, αφού εστίασε κυρίως σε αυτά που δεν κάνουμε, λόγω ηλιθιότητας ή προσκόλλησης σε λάθη, ήταν μια αντίδραση στο μεγάλο διχασμό επιστήμης και θρησκείας που αποχωρίστηκαν εντελώς η μία από την άλλη κάπου στον 19ο αιώνα. Ίσως έχουν κοινά σημεία, ίσως να είναι στενά συνδεδεμένες στην αντίληψή τους, γεγονός είναι όμως ότι αποχωρίστηκαν και έγιναν ξεχωριστοί "κόσμοι". Η επιστήμη έγινε τότε αποκλειστικά μηχανιστική, εντελώς θετικιστική, πολύ θεωρητική, αφαιρετική και προσπάθησε - απεγνωσμένα θα' λεγα- να ελευθερωθεί από τις αξίες. Πίστεψε ότι δεν έχει τίποτα να πει για πνευματικές ή απώτερες αξίες και αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι στόχοι, κατά την άποψή της, είναι έξω από της φυσικής ανθρώπινης γνώσης, δεν μπορούμε ποτέ να τους μάθουμε με κατηγορηματικό τρόπο. Καταδίκασε έτσι τον εαυτό της να είναι απλή τεχνολογία, όχι μόνον αδιάφορη στα ζητήματα ηθικής, αλλά και σε ασυμφωνία με τη δεοντολογία ή τον κώδικα ηθικής. Οι ναζί, αλλά έχουμε και άλλα πολλά, και πολύ πιο πρόσφατα παραδείγματα, μας το έδειξαν πολύ καλά.
Παρατηρώ ένα διχασμό γνώσης και αξιών και αν τον αντιστρέψω, βλέπω το ίδιο πράγμα και στις οργανωμένες θρησκείες οι οποίες έχουν καταστεί νοσηρές κυρίως του δογματισμού τους, κατέχουν την απόλυτη γνώση για τα πνευματικά και τη σωτηρία του ανθρώπου και αποκλείουν κάθε συζήτηση με τα δεδομένα των επιστημών που καθιστούν ιδιαίτερα γελοίες ορισμένες θρησκευτικές δοξασίες.
Το πρόβλημα του αποχωρισμού θρησκείας και επιστήμης δεν το έχουμε λύσει ως σήμερα, αλλά όμως το έχουμε συνηθίσει. Μετά τους δύο Παγκόσμιους πολέμους, μια ομάδα διανοουμένων αντέδρασε και η αντίδρασή της ήταν υγιέστατη. Οι άνθρωποι αυτοί ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς Θεό, ούτε μέσα στην κυρίαρχη μικροαστική υποκρισία. Ένιωσαν να καταπιέζονται και να ασφυκτιούν, αντέδρασαν όπως αντέδρασαν, άλλοτε καλά, για μας, και άλλοτε κακά, δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στην αντίδραση, σκέφτηκαν και έγραψαν ορισμένα πράγματα που μερικές φορές τα διαβάζεις και σου κόβουν την ανάσα και σε κολλάνε στον τοίχο, υποχρεώνοντάς σε να σκεφτείς πράγματα που δεν είχες θελήσει, ή τολμήσει, να σκεφτείς ως τώρα. Μερικές φορές υπερβάλλουν, κυρίως στις βασικές αρχές τους, όχι και πάλι όχι, δεν είναι η "Ναυτία" η ουσία της ζωής μας,αλλά δεν ήταν άνθρωποι που δεν άντλησαν χαρά από τη ζωή. Αν κρίνω από την προσκόλληση που είχε ο Σαρτρ στο Μαοϊσμό και σε αυτά που έλεγε λίγο πριν πεθάνει, ότι η επανάσταση θα έρθει από την εξέγερση των μαύρων, και μονάχα αυτών, στην Αφρική, συμπεραίνω ότι δεν κατάφεραν να ωριμάσουν, ότι η αναπάντεχη επιτυχία τους μάλλον κακό τους έκανε, παρά καλό. Η αντίρρησή μου ήταν λιγάκι ρητορική, αντλούσαν τη χαρά που αντλούμε όλοι από τη ζωή, αλλά στα γραπτά τους δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από την αρνητικότητα, τους αρκούσε η επαναστατική στάση τους, για την οποία άλλωστε χειροκροτήθηκαν πολύ, και δεν κάθισαν να σκεφτούν λίγο παραπάνω.
Στο τέλος fallacy; Ποιό τέλος; Είναι μακριάαααα, είναι για τους άλλοοουυυυς, χε,χε. Για να σοβαρευτώ τώρα, διαπιστώνω ότι έχεις αρκετή οικειότητα με το "αστικό ζευγάρι" και θα σου πω, εγώ ο κακός, ότι το κέρατο πήγαινε σύννεφο εκ μέρους του κυρίου, αλλά φαίνεται ότι αυτό συχνά αναθερμαίνει τις σχέσεις.
Ναι, συμφωνώ και θυμάμαι και τους δικούς μου αναστεναγμούς, αλλά και το θαυμασμό που ένιωθα για ανθρώπους που, όπως το έλεγα τότε, προσπαθούν να βιώσουν ολικά τη ζωή τους, να ζήσουν χωρίς νεκρούς χρόνους που έλεγε και ο Ντεμπόρ. Μετά, ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι, ήρθαν και οι σφαλιάρες της ζωής, απομυθοποίησα μερικά πράγματα, απομακρύνθηκα από τα άκρα και είδα με περισσότερη αντικειμενικότητα -και μελαγχολία, για τις προηγούμενες ψευδαισθήσεις μου- τα πράγματα. Τώρα που έχω αρκετά μεγάλη χρονική απόσταση από αυτά τα πράγματα, που έχουν γραφτεί πια ως ιστορία, αναπολώ με θαλπωρή αυτό που ονομάζεις ανατροπή της ανθρώπινης αποχαύνωσης, που προσπάθησαν να κάνουν οι Υπαρξιστές, τη δημιουργία καταστάσεων του Ντεμπόρ και της παρέας του, τις ολονύκτιες συζητήσεις περί επανάστασης του προλεταριάτου ή πάνω στην ύπαρξη ή μη του Θεού. Ξαφνικά, γύρω στις 5 το πρωί, ένας φιλαράκος, που ως τότε δεν είχε μιλήσει σχεδόν καθόλου, ανέβαινε σε μια καρέκλα και ούρλιαζε: και όμως υπάρχει! Γέλασα πολύ τότε και κατά βάθος συμφωνώ, ναι, τα πράγματα υπάρχουν όταν είναι ζωντανά στο μυαλό μας.
Αυτό που μου έχει μείνει από τον Καμύ, είναι μια φράση από το "Μύθο του Σισύφου" πάνω στην καθημερινή ζωή: "Ξυπνάς, αυτοκίνητο, 4 ώρες δουλειά, κολατσό, άλλες 4 ώρες δουλειά, δείπνο, ύπνος, και κάθε μέρα, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή,Σαββάτο, τα ίδια και τα ίδια. Αλλά μια ωραία πρωία ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ γεννιέται..."
Ρώτησα "γιατί;" το φίλο που ήταν σίγουρος για την ύπαρξη του Θεού και η απάντησή του ήταν ιδιαίτερα σαφής; Γιατί έτσι!
jboy,χαίρομαι την υγιή αισιοδοξία σου. Και το μότο που υιοθέτησες είναι πολύ ωραίο: Όλα μπορούν να σου τα αφαιρέσουν εκτός από τον εαυτό σου.
Μην ξεχνάς πάντως ότι κάποια στιγμή θα σου αφαιρεθεί κι αυτός.
Ναι μόνο που τότε δεν θα είμαι εκεί για να το δω!
Καίτη, θυμάμαι πολύ καλά όταν ήμουν μικρός που ήμουν σίγουρος ότι εγώ κάτι θα σκαρφιστώ να κάνω και δεν θα πεθάνω, όπως οι άλλοι... και μετά σου λένε ότι τα παιδιά είναι αθώα, χε, χε.
Περί Υπαρξισμού: http://www.allaboutphilosophy.org/existentialism.htm
Η ανθρώπινη συνείδηση είναι δυνατός προβολέας που φωτίζει, όταν συμβαίνει κάποια μεγάλη χαρά, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν παίρνουμε ένα απρόσμενο δώρο, κλπ. Τις στιγμές που είμαστε στεναχωρημένοι, θλιμένοι, ή απλά απαθείς, ο προβολέας μετατρέπεται σε κεράκι και γινόμαστε λιγότερο αντικειμενικοί, επειδή βλέπουμε λιγότερο νόημα γύρω μας. Συμβαίνει καθημερινά, αλλά δεν το βλέπουμε γιατί βυθιζόμαστε στα πράγματα, τα πράγματα μας απορροφούν τελείως και ξεχνάμε τα πάντα. Πώς άραγε ξεφεύγουμε από αυτή την κατάσταση;
KostasN, ακριβώς έτσι εννοώ τη συνείδηση, όπως έγραψα, ένας καθηγητής στο γυμνάσιο έδωσε αυτό το παράδειγμα που μου φαίνεται πολύ καλό. Όταν βλέπουμε θαμπά, με το κεράκι, και κάποιος μας φωνάξει: "το σπίτι σου καίγεται..." θα ανάψει αυτόματα ο προβολέας, θα βρεθούμε στη μεγαλύτερη δυνατή εγρήγορση. Οι κρίσεις μας ξυπνάνε. Αλλά δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στις κρίσεις για να έχουμε κάποια λεπτά εγρήγορσης... Υποθέτω πάντως ότι τώρα, με την οικονομική κρίση, όλοι βρισκόμαστε σε μεγαλύτερη, αλλά υποχρεωτική, εγρήγορση. Η ζωή μας δείχνει τη σκληρότητά της σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια, άνθρωποι δυστυχούν για λίγες εκατοντάδες ευρώ, άλλοι εξαρτώνται τώρα ακόμα πιο πολύ από πράγματα που μισούν, αλλοι βλέπουν ότι δεν έχουν καμιά πιθανότητα ανάπτυξης, να κάνουν κάτι στη ζωή τους, άλλοι προτιμούν να ζουν εντελώς αποβλακωμένα και να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, για όλους μας πάντως χτυπάει το καμπανάκι και σε αυτές τις στιγμές φανερώνεται επίσης το αληθινό πρόσωπο του καθενός μας. Μας απορροφούν τα πράγματα, όπως σωστά γράφεις, αλλά τη στιγμή που μας απορροφούν, δεν τα αισθανόμαστε ως "πράγματα" είναι ζητήματα ζωής και θανάτου... Ξαναμετατρέπονται σε πράγματα όταν υπάρχει μεγάλη κρίση. Όπως τώρα...
Πολύ ωραία συζήτηση και πολύ ενδιαφέροντες απόψεις.
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα στον υπαρξισμό. Έχω διαβάσει λίγο Κίρκεγκωρ, Καμύ και αρκετά κείμενα στο διαδίκτυο. Γενικά δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες ούτε οι κατηγοριοποιήσεις. Όπως έλεγαν οι καταστασιακοί, κάθε ταμπέλα είναι ένας συμβιβασμός. Για μένα, ο υπαρξισμός δεν υπάρχει. Θέλω να πω, δεν είναι ούτε μια ιδεολογία ούτε μια φιλοσοφία. Γιατί; Γιατί ο υπαρξισμός ακριβώς, υποστηρίζει πως η φιλοσοφία δεν έχει νόημα από την απόψη πως κάθε προσπάθεια να ερευνήσεις τον κόσμο (από την φιλοσοφική άποψη, όχι από την επιστημονική) είναι καθαρά υποκειμενική. Σε αυτό συμφωνώ. Στις συζητήσεις μου με τους άνθρώπους συνηδητοποιώ πως δεν μπορώ να συνεννοηθώ καθώς ο καθείς αντιλαμβάνεται την κάθε έννοια διαφορετικα και το πρόβλημα είναι ιδαίτερα οξύ για αυτές τις σημαντικές έννοιες όπως η αλήθεια, η ευτυχία, η ελευθερία. Όσο και αν προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε ένα κοινό εννοιολόγιο, πιστεύω πως θα αποτύχει καθώς οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι που καθόρισαν τη σημασία των εννοιών είχαν διαφορετικά πράγματα στο μυαλό τους.
Όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, δεν πιστεύω πως η απαισιοδοξία έχει τόσο μεγάλη σχέση με τον υπαρξισμό. Η απαισιοδοξία είναι μια καθαρά υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Και η αισιοδοξία είναι μια ψευδαίσθηση, η οποία είναι όμως απαραίτητη για τους ανθρώπους.
Άναφέρθηκε παραπάνω πως η απαισιοδοξία εμποδίζει κάποιον από τον βελτιωθεί, να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Τι σημαίνει όμως αυτή η βελτίωση; Πότε βελτιώνεται κάποιος;
Συμφωνώ με την άποψη πως ο άνθρωπος έχει αποκοπεί από το φυσικό περιβάλλον και αυτό του έχει δηγμιουργήσει ένα πολύ σημαντικό ψυχολογικό πρόβλημα. Επίσης, από το διαφωτισμό και μετά η λογική και η επιστήμη έχουν αποκλείσει το παράλογο. Έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο, αυτού του υλισμού. Το παράλογο, λοιπόν δημιουργεί υποσυνείδητες τάσεις που όσο και αν προσπαθεί ο άνθρωπος να τις αποκλείσει δεν θα τα καταφέρει. Αυτό είναι μια άποψη. Εξού και ο παραλογισμός του σύγχρονου ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να αποκτήσει μια ισορροπία ανάμεσα στο διαφωτισμός και το ρομαντισμό.
Αυτό το κενό που ανφέρει η Σιμόν δεν υπάρχει, είναι μια έννοια που κατασκεύασε η ίδια. Ούτε η ολότητα του εαυτού μας υπάρχει, γιατι προυποθέτει ένα σύνολο από κομμάτια τα οποία έχουν ένα συνδετικό στοιχείο. Αλλά η προσωπικότητα του ανθρώπου είναι τόσο αχανής, ή αλλιώς η ψυχή μας είναι μια άβυσσος, που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε όλα αυτά τα κομμάτια που συνθέτουν τον εαυτό μας. Αλλά είναι σημαντικό να το προσπαθήσουμε.
Γεια σου Lucien, δεκτές οι ενστάσεις σου, το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι αυτό που λες περί ισορροπίας.
η πραγματικότητα του καθενός είναι σίγουρα μόνο η πραγματικότητα του καθενός, ταυτόχρονα όμως δεν παύει να είναι η πραγματικότητα του καθενός :)